ΜΠΟΜΠΙΝΑ

Το περιοδικό του Κινηματογραφικού Τομέα Π.Ο.Φ.Π.Α.
%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%89-%ce%b1%cf%80%ce%bf-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%b1

ΔΙΗΓΗΜΑ “ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΒΟΛΕΑ”

της Francesca Massarelli

Μετάφραση: Γιώργος Βασιλόπουλος

Σκιές που χορεύουν στον τοίχο, μια αίθουσα βγαλμένη από το μακρινό παρελθόν και δύο ψυχές παγιδευμένες στην πιο κινηματογραφική τους σκηνή.

Κάπου, στο κέντρο της πόλης, σε ένα σημείο, εκεί που το φως των βιτρινών σβήνει νωρίς και η σιωπή πέφτει επάνω σε ολόκληρη την πόλη, στέκει ένας παλιός κινηματογράφος. Με καθίσματα καλυμμένα από ξεθωριασμένο μετάξι που τρίζουν συνεχώς και κουρτίνες βαριές, φτιαγμένες από βελούδο, που μυρίζουν καπνό μιας άλλης εποχής, η αίθουσα μοιάζει με κουκούλι που προστατεύει το παρελθόν απ’ τη λήθη. Ο προβολέας, ως ένας μονόφθαλμος θεός, ρίχνει το φως του επάνω στη μεγάλη πάνινη επιφάνεια, ενώ σε κάθε του στροφή συνεχίζει να σφυρίζει όλο και πιο δυνατά, αναστενάζοντας σε αέναο κύκλο.

Ο νεαρός φοιτητής κάθεται στην τέταρτη σειρά. Το μπεζ σακάκι του, φθαρμένο στον γιακά, τον συνοδεύει σαν ένας σιωπηλός σύντροφος στις νυχτερινές του αποδράσεις. Στο χέρι του κρατά ένα σημειωματάριο, τσαλακωμένο απ’ τη χρήση, γεμάτο σκίτσα και αποσπάσματα. Το ημερολόγιο ενός κινηματογραφικού πειρατή, που καταγράφει λάφυρα της κάθε κινηματογραφικής λεηλασίας.

«Δεν έχω φήμη, δεν έχω λεφτά, δεν ξέρω να χειρίζομαι σωστά την κάμερα… αλλά μπορώ να πλέξω ιστορίες».

Αυτό επαναλαμβάνει συχνά, σαν μάντρα, μέσα στο κεφάλι του. Κάθε σκηνή που βλέπει είναι για εκείνον ένα κομμάτι από μωσαϊκό, μια εικόνα που θα κολλήσει πάνω σε άλλες για να φτιάξει κάτι νέο, κάτι δικό του. Τα μάτια του σαρώνουν την οθόνη, όπως ακριβώς οργώνει η σκαπάνη το ξερό χώμα, αναζητώντας σπόρους.

Η ταινία προβάλλει μια κλασική σκηνή· δύο φιγούρες κάτω από έναν μισοπεθαμένο φακό, με τα πρόσωπά τους να είναι βουτηγμένα σε μισόφωτο. Ο ήρωας στέκει με το βλέμμα να καίει σαν σπίρτο πριν σβήσει. Εκείνος -ο νεαρός- κλείνει τα μάτια. Θέλει να συγκρατήσει κάθε ρυτίδα που απλώνεται πάνω από το φρύδι του ηθοποιού, κάθε σκιρτή κίνηση των χειλιών του. «Αυτό το πλάνο θα το χρειαστώ στο φινάλε», σκέφτεται.

Πίσω του, ένα ήσυχο βήμα· τόσο αργό, σα σκιά που γλιστράει στον χώρο. Γυρίζει και τη βλέπει… Γυναίκα με εμφάνιση που θύμιζε θύελλα σε παλιό ασπρόμαυρο φιλμ -πρόσωπο σμιλεμένο σαν γλυπτό, από το καλύτερο μάρμαρο. Το ύφος της μύριζε νυχτερινή καταιγίδα και το βλέμμα της έμοιαζε με πυρακτωμένο κάρβουνο. Τα χείλη της, βαθύ κόκκινο, σαν πληγή που είναι έτοιμη να ξανανοίξει, ανά πάσα στιγμή. Το φόρεμά της, εφαρμοστό και θλιμμένο. Η εικόνα της του θύμιζε χορεύτρια, η οποία περιμένει υπομονετικά ένα σινιάλο για να βγει στη σκηνή.

«Τι σε φέρνει εδώ;» ψιθυρίζει. Η φωνή της τσακισμένη, μεστό γρέζι…

Ο νεαρός δεν απαντά αμέσως. Σηκώνει αργά το σημειωματάριο. Είναι η απάντηση και το μυστικό του.

«Υπάρχουν πολλοί που ψάχνουν κάτι στο σκοτάδι. Λοιπόν… Εσύ τι ψάχνεις, νεαρέ;»

«Υλικό… ιδέες… στιγμές που δεν είναι δικές μου».

Το χαμόγελό της απλώνεται σα σκιά στο πάτωμα.

«Ίσως κάποιος να σε βοηθήσει να τις πλέξεις σε κάτι δικό σου. Εγώ… ξέρω πώς είναι να μην ξεκολλάς από τον ρόλο σου».

Έτσι αρχίζει η ιστορία τους, σα μια μελωδία στο πιάνο, με μισοσβησμένες νότες αλλά με ένταση αρκετή ώστε να ξεσηκώσει και τον πιο νωχελικό ακροατή.

Η femme-fatale, όπως την ήξεραν στις αφίσες, κάποτε βασίλισσα του ιταλικού σινεμά, έζησε μια ζωή που έσταζε λάμψη και ίντριγκα. Τα πλάνα της είχαν πάντα το ίδιο φως· εκείνο το απόκοσμο, σαν από λάμπα του δρόμου, που τρεμοπαίζει σ’ έναν συγκεκριμένο ρυθμό. Μια καριέρα δεκαπέντε ετών, μέχρι την ημέρα που ο φόνος των παρασκηνίων, έγινε εξώφυλλο. Δεν υπήρξε ποτέ καταδίκη. Αλλά το σινεμά, αμείλικτο όπως κάθε κοινό που βαριέται εύκολα, της γύρισε την πλάτη.

«Ήμουν το φίδι στους ρόλους μου. Έμαθα να σέρνομαι στα πατώματα, αλλά όχι να εγκαταλείπω το προσκήνιο».

Ζούσε πια στο περιθώριο, σ’ έναν μοναχικό ρόλο, χωρίς τις πολυπόθητες κάμερες τριγύρω. Ήθελε να πιστέψει ότι ήταν ακόμα εκείνη η γυναίκα που έκαιγε καρδιές, με τα βλέμματά της. Έτσι ντυνόταν, έτσι μιλούσε, έτσι περπατούσε.

Καθώς η ταινία συνεχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά τους, η γυναίκα κάθεται δίπλα του χωρίς να ζητήσει άδεια. Ο νεαρός δεν διαμαρτύρεται. Υπάρχει μια οικειότητα στο σκοτάδι. Της εκμυστηρεύεται τη μέθοδό του, πώς «δανείζεται» σκηνές και πώς τις συνδέει με τις δικές του στιγμές. Η ταινία του δεν έχει αρχή, μέση και τέλος· έχει καρδιοχτυπήματα, θραύσματα και αναπνοές. Κάθε πλάνο είναι αποτέλεσμα από τα σπαράγματα άλλων προηγούμενων.

«Το πρόβλημά μου είναι ότι αγαπώ πολύ αυτό που κλέβω. Αλλά φοβάμαι να αγαπήσω το δικό μου υλικό».

«Μην φοβάσαι», του λέει εκείνη. «Μια σκηνή είναι σαν μια δαγκωματιά επάνω στο δέρμα σου… Είτε θα σου αφήσει σημάδι είτε δεν άξιζε τον κόπο».

Σχεδιάζει στο μυαλό του μια μικρού μήκους ταινία, η οποία μοιάζει περισσότερο με μια απομονωμένη σκηνή. Εκείνη θα είναι η φωνή· εκείνος η σύνθεση. Θα ανακατέψει τις μνήμες της με τα κλεμμένα του πλάνα. Η ζωή τους θα γίνει κολάζ. Ένα έργο χωρίς υπογραφή, αλλά με ψυχή.

Μετά το τέλος της προβολής, το φως της οθόνης μένει για λίγο λευκό· σα σελίδα που περιμένει να την ακουμπήσει το μελάνι. Οι τίτλοι τέλους κυλούν σαν ποτάμι. Εκείνη βγάζει τα μακριά γάντια της και τα δίνει στο αγόρι.

«Θα τα χρειαστείς για την πρεμιέρα σου».

«Δεν έχω πρεμιέρα… ακόμα».

«Θα έχεις», ψιθυρίζει. «Όσο κρατάς τη φλόγα μέσα σου, η κάμερα του μυαλού σου συνεχίζει να καταγράφει».

Εκείνη σηκώνεται πρώτη, σα να τέλειωσε η σκηνή της και δεν χρειαζόταν πλέον άλλο βλέμμα πάνω της. Φεύγει δίχως να πει λέξη, αφήνοντας πίσω μόνο το άρωμά της και μια σκιά που δεν έλεγε να σβήσει. Ο νεαρός μένει για μια στιγμή ακίνητος, ένας θεατής που περιμένει να διαβάσει μέχρι και το τελευταίο όνομα, στη λίστα των συντελεστών. Ύστερα σηκώνεται βιαστικά και βγαίνει από την αίθουσα, με το βλέμμα του να σαρώνει το σκοτάδι του διαδρόμου και τα φώτα του δρόμου να ρίχνουν μακριές σκιές, λες και προσπαθούν να απεικονίσουν ειδικά σκηνοθετημένες φιγούρες. Ήταν σα να είχε χαθεί μέσα στο ίδιο το φιλμ· τώρα τον καλούσε να την αναζητήσει στον αληθινό κόσμο…

Ο νεαρός μένει πια σε μια σοφίτα. Εκεί, μέσα σε ένα κουκούλι από το φως ενός μισοπεθαμένου προβολέα και τη σκόνη που αφήνει ο χρόνος, μοντάρει. Εκεί ζει, εκεί επιστρέφει· όπως θα έκανε ένας πραγματικά καλό-κουρδισμένος μετρονόμος, ο οποίος πάντα θα χτυπά στον ίδιο παλμό. Κάθε του σκέψη, κάθε του ανάσα, μια σκηνή στο νου, ένα φιλμ δίχως μπομπίνα. Την περιμένει, αν και δεν είναι σίγουρος πια εάν υπήρξε ποτέ. Ίσως να ήταν μια εφεύρεση του μυαλού του, μια ηρωίδα που ξεπήδησε από ένα σκοτεινό καρέ κι έμεινε να τον στοιχειώνει. Δεν ξέρει αν η ταινία του θα παιχτεί ποτέ σε κάποια αίθουσα ή σε κάποιο φεστιβάλ. Αλλά ξέρει πως εκεί, στη σιωπή, έμαθε να δημιουργεί. Και να αγαπά -ακόμα κι αν αγαπούσε μονάχα μια σκιά.

Κάθε πρωί ξυπνά με το πρώτο φως να μπαίνει από την πόρτα της σοφίτας. Ο νεαρός, μέσα σε έναν χώρο όπου το πάτωμα είναι γεμάτο αποκόμματα, σκίτσα και παλιές αφίσες, ανάβει τον παλιό προβολέα που φυλά στο βάθος και βλέπει στιγμιότυπα από άλλες ταινίες, στην προσπάθειά του να μεταφέρει τα επεισόδια της πρώτης τους βραδιάς, από το μυαλό του στον μισο-βαμμένο τοίχο. Περιπλανιέται στα στενά της πόλης, αναζητώντας γωνίες που να μοιάζουν με ιδιότροπα πλάνα, με το σημειωματάριο πάντα στην τσέπη, σαν μια πυξίδα που θα χρησιμοποιήσει, για άγνωστες ιστορίες. Καθώς περπατά, συχνά στήνει σκηνές στο μυαλό του, τοποθετώντας εκείνη μέσα τους· πλάι σε ένα παράθυρο, κάτω από μια νεκρή λάμπα κάποιας κεντρικής λεωφόρου, στο βάθος ενός λεωφορείου.

Φαντάζεται πως εκείνη ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα, με θέα τις καμινάδες της πόλης, ανάμεσα σε ξεθωριασμένες αφίσες και παλιές φωτογραφίες της. Φοράει ρόμπες από μετάξι που σέρνονται στο πάτωμα, μιλάει μόνη της για ρόλους που δεν πρόλαβε να παίξει και κρατάει τις σελίδες των τελευταίων σεναρίων που έλαβε, σα να διαβάζει ερωτικά γράμματα, από εραστές του μακρινού παρελθόντος. Ίσως βγαίνει τα απογεύματα για περίπατο με μεγάλα γυαλιά και ένα καπέλο με βέλο, σαν να προσπαθεί να κρυφτεί από την ίδια της τη φήμη. Τη φαντάζεται να κάθεται σε κάποιο καφέ, χωρίς παρέα, κοιτώντας το κενό, ενώ περιμένει να την αναγνωρίσουν, για μια ακόμα φορά.

Τα βράδια, η σιωπή γεμίζει το μικρό του καμαράκι· κι όμως, ο νεαρός φοιτητής, με τον δικό του τρόπο, επιστρέφει νοητά στην αίθουσα εκείνη, όπου το κολάζ του ακόμα ανασαίνει. Και κάπως έτσι φαντάζεται πως περνάνε οι μέρες· σαν παράλληλες προβολές που ίσως κάποτε ξανασυμπέσουν στο ίδιο καρέ.

Γιατί, στο κάτω-κάτω, κάθε στιγμή της ζωής δεν είναι κάτι παραπάνω από ένα καρέ.

Εσύ, ποιο καρέ έχεις κλέψει, για να κρατήσεις τη δική σου ιστορία ζωντανή;

Σημείωση 1: Η φωτογραφία του εξωφύλλου έχει τραβηχτεί απο την Χρύσα Αβούρη.

Σημείωση 2: Το κείμενο αποτελεί κομμάτι της συλλογής μικρών ιστοριών της Francesca Massarelli, με τίτλο “Tachipnea”.

Δημοσιεύθηκε στις 21/6/2026

SHARE

Διαβάστε ακόμα
ΘΥΜΑΜΑΙ ΣΑΝ ΧΘΕΣ
ΘΥΜΑΜΑΙ ΣΑΝ ΧΘΕΣ
ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΣΑΝ ΦΕΡΜΟΥΑΡ
ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΣΑΝ ΦΕΡΜΟΥΑΡ
Grandmother (1970) David Lynch
Grandmother (1970) David Lynch
ΔΙΗΓΗΜΑ “ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΜΟΝΟ”
ΔΙΗΓΗΜΑ “ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΜΟΝΟ”