ΔΙΗΓΗΜΑ “ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΜΟΝΟ”
της Έλβας Πέππα
«Συγγνώμη αλλά ζήτησα ένα εισιτήριο. Ένα!» τόνισε στον ταμεία στον γκισέ του κινηματογράφου.
Ο ταμίας ζήτησε συγγνώμη και πήρε το δεύτερο εισιτήριο από το χέρι της. «Με συγχωρείτε. Από κεκτημένη ταχύτητα.. καταλαβαίνετε».
Οκτώ στις δέκα φορές συνέβαινε αυτό. Πήγαινε μόνη της να δει τις ταινίες που κύκλωνε κάθε βδομάδα στο «Αθηνόραμα» και δεν καταλάβαινε γιατί ήταν τόσο περίεργο αυτό. Είχε φίλες, είχε παρέες, θα μπορούσε να έχει και αγόρι αν ήθελε, αλλά τις ταινίες της ήθελε να τις βλέπει μόνη της. Να βυθίζεται στην πολυθρόνα του κινηματογράφου και να δραπετεύει. Να κλαίει, να γελάει, να ανεβάζει τα πόδια της στο κάθισμα όταν είχε λίγο κόσμο, να ζει αυτή την εμπειρία χωρίς περισπασμούς. Χωρίς κάποιον να ρωτάει τι έγινε, να λέει ότι του αρέσει ή δεν του αρέσει κάτι, να χώνει το χέρι του στα τσιπσάκια της ή να πίνει το αναψυκτικό της.
Μπήκε στην αίθουσα αμυδρά ενοχλημένη και κάθισε στη θέση της. Δίπλα της ένα ζευγάρι φίλες σκρόλαραν στα κινητά τους. Από την άλλη πλευρά ένα ζευγαράκι, με διαφορά μιας θέσης ανάμεσα σε αυτό και εκείνη. Παραξενεύτηκε. Κι άλλος μονός αριθμός; Αναρωτήθηκε ποιος θα έρθει να κάτσει δίπλα της. Ήταν σίγουρη πως θα ήταν άντρας. Κοίταξε προς την είσοδο.
Κόσμος έμπαινε αλλά κανείς δεν καθόταν δίπλα της. Κι ύστερα η αίθουσα σκοτείνιασε και ξεκίνησαν τα trailers. Τρελαινόταν για τα trailers. Σημείωνε νοερά ποιες καινούριες ταινίες θα έβλεπε και έφτιαχνε το πρόγραμμα προβολής τους.
Ξεχάστηκε μέχρι που ένιωσε ένα βάρος δίπλα της και τη μύτη της γαργάλισε η μυρωδιά after shave, καπνού και ανδρικού δέρματος. Χαμογέλασε από μέσα της γιατί το πέτυχε. Άντρας κάθισε δίπλα της. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Ένιωσε το βάρος του στο κάθισμα να αλλάζει καθώς έβγαζε το μπουφάν του και προσπαθούσε να βολευτεί. Ακούμπησε το χέρι στο χερούλι του καθίσματος που μοιράζονταν οι δυο τους και ο αγκώνας του άγγιξε τον δικό της. Με την άκρη του ματιού της είδε το προφίλ του. Μελαχρινός, μεγάλη μύτη, σαρκώδη χείλη.
Η ταινία ξεκίνησε και την ταξίδεψε. Δράμα για κλάμα πολλών ντεσιμπέλ. Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της αλλά ήταν πολύ συνεπαρμένη για να τα σκουπίσει. Αθέλητα έβαλε την παλάμη στο στέρνο της για να αφουγκραστεί τα αναφιλητά της. Έπαιζε με το κόσμημα που κρεμόταν από το λαιμό της για να μετριάσει τη θλίψη που της προκαλούσε η ταινία. Και ξαφνικά τον άκουσε που έκλαιγε σιγανά, φυσούσε τη μύτη του διακριτικά σε ένα χαρτομάντηλο και στριφογύριζε στο κάθισμά του σαν να μην άντεχε άλλο αυτό που διαδραματιζόταν μπροστά του. Χωρίς να το σκεφτεί σκέπασε το χέρι του με το δικό της πάνω στο κοινό τους χερούλι.
Εκείνος δεν ξαφνιάστηκε, δεν γύρισε καν να την κοιτάξει. Άφησε το χέρι του προστατευμένο κάτω από το μικρό δικό της και το στριφογύρισμά του μετριάστηκε.
Είδαν την υπόλοιπη ταινία έτσι πιασμένοι. Εκείνη ένιωθε μια μικρή ταραχή που κάπως την αποσυντόνιζε, αλλά ήταν σαν να ισορροπούσε η δυστυχία που απεικόνιζε η ταινία με μια επικείμενη ευτυχία που υποσχόταν η πραγματική ζωή. Έπεσαν οι τίτλοι τέλους, η αίθουσα φωτίστηκε και ο κόσμος άρχισε να βάζει τα μπουφάν του, να τσεκάρει τα κινητά του και να επιστρέφει σιγά-σιγά στην καθημερινότητά του. Οι δυο τους, χωρίς να έχουν κοιταχτεί ακόμα, διάβαζαν τα credits, αμίλητοι, χωρίς να τους βιάζει κάτι να σηκωθούν.
Τότε εκείνος έγειρε προς το μέρος της και της είπε ότι πάντα στα credits ψάχνει να βρει ελληνικά ονόματα, δεν έχει δει ούτε μια ταινία που να μην έχει κάποιον Έλληνα στους συντελεστές της. Εκείνη, που εδώ και χρόνια έκανε ακριβώς το ίδιο, γύρισε σαστισμένη και τον κοίταξε. Σκούρα υγρά μάτια, κάπως κοκκινισμένα από το κλάμα. Έσκυψε και είδε τα χέρια τους ακόμα πιασμένα. Ντροπιασμένη πήγε να τραβήξει το δικό της. Εκείνος το κράτησε σταθερά μα απαλά. «Μην με αφήσεις!» της είπε. Και δεν τον άφησε.
Σηκώθηκαν συγχρονισμένα, τη βοήθησε να φορέσει το μπουφάν της. Χωρίς καν να το σκεφτούν πιάστηκαν από το χέρι και βγήκαν από την αίθουσα. Στο δρομάκι έξω από τον κινηματογράφο κοντοστάθηκαν. Ήταν αρκετά ψηλότερός της και έσκυψε να της μιλήσει. «Έχει ένα ταβερνάκι εδώ κοντά. Θέλεις να πάμε να φάμε κάτι και να μιλήσουμε για την ταινία;».
Εκείνη κατένευσε χωρίς να απαντήσει. Της έπιασε το πηγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει.
«Το ξέρεις ότι με έσωσες σήμερα;» τη ρώτησε. Εκείνη μισόκλεισε τα μάτια με απορία. «Πάμε και θα στα πω όλα» της είπε. Την πήρε από το χέρι και βγήκαν στον κεντρικό δρόμο.
Ο ταμίας που τόση ώρα παρακολουθούσε τη σκηνή διακριτικά από το πόστο του, χαμογέλασε και έστειλε μήνυμα στον κολλητό του.
«Είδες που σου είπα ότι άξιζε τον κόπο να έρθεις; Να περάσετε τέλεια! Και να μην την αφήσεις να ξαναέρθει μόνη της για ταινία!».
Σημείωση 1: Η φωτογραφία του εξωφύλλου τραβήχτηκε από την Χρύσα Αβούρη.
Σημείωση 2: Το photo editing έχει επιμεληθεί ο Νίκος Μακρής.
Δημοσιεύθηκε στις 14/6/2026