ΜΠΟΜΠΙΝΑ

Το περιοδικό του Κινηματογραφικού Τομέα Π.Ο.Φ.Π.Α.
%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%be%ce%b7-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b4%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΝΤΕΑ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Επιμέλεια: Άννι Ξ.

Ο Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1994 και μεγάλωσε ανάμεσα σε δίσκους, ταινίες και περιοδικά. Από μικρός είχε δύο μεγάλες αγάπες: το σινεμά και τη μουσική – με απαραίτητες παύσεις για να παρακολουθήσει τις ποδοσφαιρικές στιγμές του Παναθηναϊκού και της Λίβερπουλ αντίστοιχα.

Η διαδρομή του στη γραφή ξεκίνησε μέσα από το blog Toutέστιν και το Reel.gr. Την ίδια περίοδο δοκίμαζε τις δυνάμεις του στο ραδιόφωνο, με εκπομπή στον Poplie Radio, ενώ περνούσε χρόνο και πίσω από την κάμερα, σκηνοθετώντας και συμμετέχοντας σε ταινίες μικρού μήκους. Πριν ακόμη ολοκληρώσει τις σπουδές του, στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, βρέθηκε στην ομάδα παραγωγής του φεστιβάλ κινηματογράφου Zagoriwood, αποδεικνύοντας ότι το σινεμά είχε ήδη ξεκινήσει να διαγράφει μια νοητή γραμμή στην αισθητική του.

Μετά από σχεδόν εννέα χρόνια ως κριτικός κινηματογράφου στο Αθηνόραμα πλέον αρθρογραφεί στο Κλικ, ενώ παράλληλα συνεργάζεται με διοργανώσεις όπως το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Είναι μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, συνεχίζοντας να υπηρετεί με πάθος την τέχνη που τον κέρδισε από πολύ νωρίς.

Α: Πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με τον κινηματογράφο, γενικά, και πιο συγκεκριμένα με την κριτική;

Γ: Όταν ήμουν έφηβος, έπαιζα και έγραφα μουσική. Κάποια στιγμή, όταν συνειδητοποίησα πόσο μου αρέσει ο κινηματογράφος, αυτός πήρε ισότιμη θέση μέσα μου με τη μουσική, καθώς βρισκόμουν ακόμα σε μια ιδιαίτερα δημιουργική ηλικία. Έτσι, πολύ αβίαστα, έφτασα στο να ερωτηθώ «πώς το κάνουμε τώρα αυτό;».

Παράλληλα λοιπόν με τη μουσική, ξεκίνησα να μαθαίνω μόνος μου, τι εστί κινηματογράφηση σε πολύ τεχνικό επίπεδο. Κάπως έτσι, το 2013, ανακάλυψα το εργαστήρι κινηματογράφου του “Zagoriwood”, πάνω στα Ζαγοροχώρια — στα Κάτω και στα Άνω Πεδινά συγκεκριμένα. Παράτησα τότε την εξεταστική στο πρώτο έτος της σχολής μου, για να κάνω αυτό το ταξίδι. Πήγα εντελώς μόνος μου, χωρίς να γνωρίζω κανέναν.

Από τότε ξεκίνησαν διάφορα. Αφενός έκανα σχέσεις ζωής με τα παιδιά του “Zagoriwood” — πλέον συνεργαζόμαστε, αλλά δεν είναι μόνο αυτό· είναι οι άνθρωποί μου. Με διαμόρφωσαν κυριολεκτικά. Ολόκληρη τη δεκαετία των 20s μου, την πέρασα στο βουνό, κάθε καλοκαίρι, με εξαίρεση μια και μοναδική χρονιά.

Ενώ έχω πάει στο “Zagoriwood” και έχω συνειδητοποιήσει ότι αυτό λειτουργεί ως ένα «εσωτερικό κάλεσμα» — ήθελα παράλληλα να τελειώσω και με τη σχολή. Άρχισα λοιπόν να βρίσκω επιλογές στην Αθήνα, όπως είναι και η περίπτωση με τον ΠΟΦΠΑ.

Ο Ιάκωβος ο Βρούτσης, που ήταν στον Κινηματογραφικό Τομέα, πολύ αγαπημένος μου άνθρωπος και ο πρώτος με τον οποίο γνωριστήκαμε κάπως πιο ουσιαστικά. Κάποια στιγμή μου πρότεινε να συμμετέχω ως βοηθός παραγωγής σε μια ταινία που γυρίζανε. Μπορεί να μην ακούγεται κάτι σπουδαίο, αλλά για μένα τότε ήταν τα πάντα — όπως συνήθως είναι σε αυτές τις καταστάσεις. Με τον Ιάκωβο, λοιπόν, έχουμε κι εμείς μια σχέση ζωής, είναι πολύ αγαπημένος μου φίλος.

Για ένα διάστημα προσπαθούσα να μάθω όσα περισσότερα μπορούσα μόνος μου. Και ξαφνικά, μια φίλη τότε μέσω facebook —η Μαρία Καρανάσιου— μου πρότεινε, χωρίς καν να με ξέρει τόσο καλά, να γράψω στο blog της. Ήταν ένα blog-site που λεγόταν “Toutέστιν”. Τότε μου είχε ζητήσει να γράφω για μουσική, γιατί εγώ στο Facebook πόσταρα ασταμάτητα για μουσική —σε μια εποχή που ήταν πολύ συνηθισμένο να ανεβάζεις διάφορα σχετικά με αυτό.

Δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα ότι μπορεί να υπάρξει ως ασχολία. Βέβαια, είχα όνειρο από παιδί, να ασχοληθώ με τη δημοσιογραφία, γιατί διάβαζα μανιωδώς πάρα πολλά περιοδικά ή εφημερίδες, όλη την ώρα.

Α: Αυτό έχει ενδιαφέρον που λες, γιατί πλέον είσαι στο “ΚΛΙΚ”, που ιστορικά είναι ένα χαρακτηριστικό «ορόσημο» στον πολιτισμό και την κουλτούρα εκείνης της εποχής.

Γ: Εντάξει, εγώ δεν το πρόλαβα. Δηλαδή κυκλοφορούσε όταν ήμουν μικρός, αλλά παρά ήταν «ενήλικο». Οπότε δεν θα το έπαιρνα. Αντ’ αυτού, θα επέλεγα συνήθως έντυπα όπως το “Ποπ και Ροκ”, το “Σινεμά”, το “Metal Hammer” και όσες εφημερίδες μπορούσα να βρω. Οι πρωινές ώρες του κάθε Σαββατοκύριακου τότε ξεκινούσε με πρωινό και τα έντυπα στο πλάι.

Άρα όταν μου πρότεινε η Μαρία να γράφω στο blog της, δεν σου κρύβω ότι είχα έναν ενδοιασμό γιατί τότε ακόμα πίστευα ότι δεν μπορείς να είσαι και δημιουργός και δημοσιογράφος. Εν τέλη, μπορείς να κάνεις και τα δύο, γνωρίζοντας εξ΄αρχής πως ο χρόνος σου θα χρειάζεται μια ειδικότερη μεταχείριση.

Ο τρόπος που βλέπω γενικά τη δημοσιογραφία -και ειδικότερα την κριτική- είναι ότι σου δίνεται μια ευκαιρία να αναδείξεις αυτό που σε «πορώνει» σε προσωπικό επίπεδο, καθώς και αυτό που ενδεχομένως υπό άλλες συνθήκες να περνούσε απαρατήρητο.

Αυτή θεωρώ ότι είναι η δουλειά του κριτικού γενικά. Δεν μπορεί να είναι μια απλή «αξιολόγηση». Έτσι το βλέπω εγώ τουλάχιστον και για αυτό ξεκίνησα να γράφω.

Συνέχισα να γράφω στο blog ώσπου κάποια στιγμή έπεσε η ιδέα να μεταπηδήσω στη στήλη του κινηματογράφου, αλλά παράλληλα, ο συγκεκριμένος κύκλος άρχισε να κλείνει. Ήθελα, βασικά, να ενταχθώ σε μια εντελώς κινηματογραφική συντακτική ομάδα. Έτσι, η συνέχεια των πραγμάτων με έφερε στο “Reel.gr” που ήταν άλλο ένα μεγάλο σχολείο για μένα. Λάτρευα να γράφω για το συγκεκριμένο site και σταμάτησα μόνο όταν έκλεισε. Έκανα και ραδιόφωνο παράλληλα, στο Poplie Radio, όπου η εκπομπή μου είχε να κάνει και πάλι με τη μουσική και το σινεμά.

Το μεγαλύτερο «απρόοπτο» -το οποίο ήταν λίγο αστείο ως σύμπτωση- ήρθε τον Δεκέμβριο του 2016. Εκείνη την περίοδο θα βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη, δουλεύοντας ως βοηθός σκηνοθέτη του Άκη Κερσανίδη και της Χρύσας Τζελέπη -των δασκάλων μου- για μια σειρά ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ, με τίτλο “Ένα απότομο ξύπνημα”, η οποία σειρά αφορούσε την αντιστασιακή δράση κατά τη διάρκεια της χούντας στη Θεσσαλονίκη.

Τη στιγμή που έχει γίνει η απαραίτητη συνεννόηση για το project, γίνεται μια πρόταση «από το πουθενά» για να περάσω συνέντευξη για το “Αθηνόραμα” και συγκεκριμένα για τη στήλη κριτικής κινηματογράφου, θέση την οποία μέχρι τότε είχε ο Γιάγκος Αντίοχος. Ο ίδιος θα εκτελούσε πλέον χρέη αντισυντάκτη, οπότε χρειαζόταν να γίνει μια νέα προσθήκη.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως είναι από αυτά που δεν πιστεύεις ότι θα συμβούν ποτέ. Κυρίως γιατί δεν γνώριζα και κανέναν. Δηλαδή ήμουν στον χώρο, αλλά το κομμάτι της γνωριμίας και διάδρασης με άλλους κριτικούς δεν ήταν κάτι το οποίο το «εξασκούσα» -που μπορεί να ακουστεί αντιφατικό στα άτομα που με γνωρίζουν- παρότι πήγαινα σε πολλές εκδηλώσεις, φεστιβάλ, δημοσιογραφικές προβολές κλπ.

Α: Κατάλαβα, επομένως σε έβαλε σε μια ιδιαίτερα διλημματική θέση.

Γ: Ναι, γιατί από τη μία ρίσκαρα να αφήσω την τελευταία στιγμή εκτεθειμένους τους δασκάλους μου και να μην πάρω μέρος σε μια παραγωγή που με ενδιέφερε ακραία. Από την άλλη, υπήρχε η πιθανότητα να χάσω μια επαγγελματική ευκαιρία που θεωρούσα πως δεν υπάρχει περίπτωση να έρθει ποτέ. Οπότε, προτίμησα να είμαι ξεκάθαρος και να πω στα παιδιά στο Αθηνόραμα ότι, ξέρετε, ενδιαφέρομαι άπειρα, ωστόσο, μέχρι τις αρχές της άνοιξης είμαι δεσμευμένος στο ντοκιμαντέρ.

Εν τέλει, ευτυχώς, πήγαν όλα καλά και στις δύο πτυχές. Στο ενδιάμεσο, βέβαια, συνέβη κι ένα αξέχαστο, για εμένα, 24ώρο. Ήταν μία Δευτέρα του Ιανουαρίου, όπου έπρεπε να ταξιδέψω αυθημερόν Θεσσαλονίκη – Αθήνα και πίσω, για να κάνω μία ακόμα συνέντευξη με το Αθηνόραμα. Αλλά έτσι, όσο ήμουν εδώ βρήκα την ευκαιρία να πάω και στο αρχείο της ΕΡΤ ώστε να βρω υλικό για το ντοκιμαντέρ. Οπότε, προσγειώνομαι νωρίς το πρωί, πάω Αγία Παρασκευή, μετά Πύργο Αθηνών στα τότε γραφεία του Αθηνοράματος, μετά πίσω στο αεροδρόμιο, οριακά χωρίς διάλειμμα. Να ‘ναι καλά η μάνα μου που μου έβαλε τα εισιτήρια, διαφορετικά αυτό θα ήταν αδύνατο.

A: Σαν ταινία των αδελφών Safdie ακούγεται.

Γ: Ευτυχώς χωρίς τα ναρκωτικά και χωρίς να προσπαθεί κάποιος να με σκοτώσει.

Α: Δεν το ξέρεις.

Γ: Δεν φάνηκε. Αν υπήρχε κάποιος για τέτοια δουλειά, είτε δεν την έκανε πολύ καλά είτε άλλαξε γνώμη τελευταία στιγμή.

Συνεχίζοντας, θυμάμαι πως κάποια στιγμή ήμουν στο στούντιο που δουλεύαμε για το ντοκιμαντέρ, και με πήραν από το Αθηνόραμα να μου πουν ότι προσλαμβάνομαι και μάλιστα ότι θα με περιμένανε, μέχρι να ξεμπερδέψω με τα γυρίσματα και να επιστρέψω στην Αθήνα. Έτσι, γυρίζω κάποια στιγμή προς τις τελευταίες ημέρες του Φεβρουαρίου -Δευτέρα ήταν εάν θυμάμαι καλά- υπογράφω την Τρίτη και την Τετάρτη είχα προγραμματισμένη πτήση για Θεσσαλονίκη, για το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, το οποίο και έπρεπε να καλύψουμε ως ανταποκριτές.

Α: Οπότε η κριτική ήταν κάτι το οποίο το ήθελες.

Γ: Ναι, το ήθελα. Είδα ότι όχι απλά το απολαμβάνω, αλλά ότι είναι μια διαδικασία που σε εμπλουτίζει άμα την αντιμετωπίζεις ουσιαστικά. Δηλαδή να βλέπεις τι είναι αυτό που σε ελκύει σαν γραπτό κείμενο, σαν μορφή κειμένου, τι είναι αυτό που σε ελκύει στο πώς αντιδράς σε μια ταινία, πώς κάνεις γενικότερα «ανάγνωση». Και αν θεωρείς ότι μέσα από το κείμενό σου μεγεθύνεις κάπως τον αντίκτυπο και το βάρος της ταινίας, τότε είναι που δένουν όλα μεταξύ τους για μένα.

Α: Άρα το γεγονός ότι μπαίνεις στη θέση του κριτικού κινηματογράφου επαγγελματικά, δεν σου έχει στερήσει κάτι από την απόλαυση που παίρνεις βλέποντας μια νέα ταινία.

Γ: Ούτε λίγο. Μπορεί να υπάρχουν ημέρες που σιχτιρίζω ως θεατής, αλλά σιχτιρίζω σε τελείως σινεφιλικό επίπεδο. Ακόμα και τώρα, με το που σβήσουν τα φώτα σε μια αίθουσα, ενθουσιάζομαι.

Α: Γενικότερα, ο τρόπος που προσεγγίζεις τον κινηματογράφο, ο λόγος σου και τα κείμενά σου είναι προσιτά σε κάποιον που μπορεί να μην έχει μεγάλη οικειότητα με τις ορολογίες. Δεν είναι αυτή η γλώσσα που μπορεί να συναντάμε στο κείμενο ενός «στερεοτυπικά» θεωρητικού κριτικού.

Γ: «Διανοουμενίστικη» δηλαδή.

Α: Ακριβώς. Αυτό είναι κάτι το οποίο το εφάρμοζες εξαρχής στα κείμενά σου ή έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου;

Γ: Σε ευχαριστώ αρχικά, γιατί αυτό η αλήθεια είναι ότι το έχω λίγο στο μυαλό μου. Δεν το είχα εξαρχής. Προφανώς, όπως είναι λογικό, τα πρώτα μου κείμενα ήταν πάρα πολύ άγουρα. Γενικά θεωρώ ότι το πιο σημαντικό σε ένα κείμενο κριτικής, πέρα από το λόγο, είναι να έχεις ένα δικό σου ύφος. Μπορεί κάποιος να είναι πολύ καλός κριτικός, επειδή έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν χάνει τίποτα από όσα μπορεί να πει. Να είναι σε θέση να πιάσει όλες τις ερμηνείες, τις αναφορές, τα προφανή και τα αφανή σημεία σε μια ταινία. Αυτό νομίζω θεωρείται και το πιο πλήρες, για να προσπαθήσεις να το πετύχεις. Άλλες φορές μου φαίνονται πιο ενδιαφέροντα τα κείμενα κριτικής στα οποία μπορεί να ασχολούνται με μια συγκεκριμένη οπτική και να νιώθεις ότι αυτό που διαβάζεις είναι τρομερά εύστοχο.

Στα πρώτα μου κείμενα λοιπόν, προσπαθούσα να πιάνω ένα συγκεκριμένο σημείο που μου έκανε εντύπωση και να γράψω μερικές σκέψεις για αυτό. Χωρίς να υπεραναλύω. Προοδευτικά, λόγω και της γνώσης που αποκόμισα από τη σχολή μου, είχα και άλλα ενδιαφέροντα ως άνθρωπος, τα οποία αναγκαστικά έρχονται να «κουμπώσουν» στο πώς διαβάζεις κάτι.

Το διάβασμα για μένα ήταν και είναι πάντα εκεί. Από βιβλία πολιτικής θεωρίας, βιβλία ιστορίας, βιβλία λογοτεχνίας κλπ. Οπότε αυτά ερχόντουσαν να συμπληρώσουν κάπως το ύφος μου. Και ένα άλλο σημαντικό λιθαράκι ήταν και η ανάγνωση κειμένων από άλλους κριτικούς. Για παράδειγμα ένα μεγάλο, καλώς εννοούμενο σοκ το έπαθα όταν διάβασα αναλύσεις της Pauline Kael. Ο τρόπος της γραφής της έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της δικής μου. Επίσης, είχε το θάρρος να υπερασπιστεί μια ταινία που ενδεχομένως να μην είχε πάει καλά εμπορικά και να αποδομήσει μία άλλη αντίστοιχα, την οποία αποθέωναν οι περισσότεροι θεατές. Αυτό γινόταν με έναν τρομερά ποιοτικό τρόπο, καθόλου προβοκατόρικα. Είναι κάτι το οποίο προσπαθώ να ακολουθώ ως τακτική, καθώς είμαι και εγώ άνθρωπος που με οδηγεί το ένστικτό μου. Εάν το ένστικτό μου με προειδοποιεί ότι κάτι «κλωτσάει», θα πρέπει να το εμπιστευτώ και να το ψάξω. Ίσως χρειαστεί να το ανατρέψω στη συνέχεια, ωστόσο η πρώτη αντίδραση είναι να πάω προς τα εκεί που μου δείχνει. Ελπίζω να είναι κατανοητό αυτό που περιγράφω.

Α: Φυσικά, μου απάντησες σε μεγάλο βαθμό γιατί αν δούμε και για το κομμάτι των αναφορών που λες, γράφεις και για το “Humba”.

Γ: Γράφω για μπάλα κυρίως αλλά και σπορ γενικά στο “Humba”.

A: Φαίνεται ότι είσαι ένας άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα. Και θεωρώ ότι και στα κείμενά σου εντάσσεις την πολυ-αναφορικότητα, κάτι που ίσως να έχει να κάνει και με την ηλικία. Ίσως, ο λόγος σου σε σχέση με κάποιον μεγαλύτερης ηλικίας, να φαίνεται περισσότερο οικείος.

Γ: Υπάρχει μια αποξένωση ενίοτε, εάν δεν έχεις εντοπίσει τους ανθρώπους που θα το «διαβάσουν» όπως εσύ ο ίδιος.

Α: Ότι υπάρχει κάπως η έννοια της αυθεντίας.

Γ: Εγώ προφανώς αυτό το κάνω πηγαία. Δηλαδή δεν το σκέφτομαι. Από την άλλη, σίγουρα υπάρχει κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου το ότι θέλω ο άλλος που με διαβάζει να με καταλαβαίνει. Μπορεί κάπως να τα φέρει έτσι η ζωή που να με διαβάσει ένας άνθρωπος από «σπόντα», που μπορεί απλά να ψάχνει να δει κάτι ή να καταλάβει γιατί δεν του άρεσε ή του άρεσε κάτι. Οπότε εμένα με ενδιαφέρει αυτό. Επίσης με ενδιαφέρει να μην παίρνω ορισμένα πράγματα ως δεδομένα. Έχοντας καταναλώσει πολύ περισσότερο σινεμά από έναν συνηθισμένο θεατή, ως κριτικοί κινηματογράφου, θα μας ενοχλήσει τρεις φορές παραπάνω κάτι που δε δουλεύει και δεν εξυπηρετεί τη ροή μιας ταινίας.

Τώρα για το κομμάτι της γενιάς που αναφέρθηκες. Νιώθω πως όσοι εν πάση περιπτώσει έγραφαν επαγγελματικά από τα 80s και μετά -για να το ορίσουμε και λίγο πιο διακεκριμένα- προέρχονται από μια πολιτισμική συνθήκη που ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ πιο «διανοουμενίστικη». Ήταν λίγο πιο αναμενόμενο να μιλάς με αυτόν τον τρόπο και τότε έχω την εντύπωση ότι αυτό δεν ήταν απλά αναμενόμενο. Αυτός ήταν ο τρόπος να φανείς άξιος της δουλειάς σου, από όσα έχω ακούσει τουλάχιστον, για εκείνη την εποχή.

Τώρα ο βαθμός στον οποίο το έκανες αυτό ήταν και δική σου επιλογή. Δεν το συζητάμε. Αλλά όπως εμείς τώρα μπορεί σε ένα κείμενο να αναφερθούμε σε memes ή να χρησιμοποιήσουμε φρασεολογία του ‘Ιντερνετ και αυτό να μην προκαλεί πρόβλημα, έτσι και τότε άμα δεν αράδιαζες δεκαπέντε φιλοσοφικές αναφορές και δεν αντιμετώπιζες κάθε ταινία σα να είναι φιλοσοφικό δοκίμιο, δε θεωρούσουνα κριτικός κινηματογράφου. Αυτό είχε κάποια αρνητική συνέπεια. Η θετική πλευρά -όπου αυτή αποφασίζω να κρατήσω προσωπικά- είναι ότι έχουν μείνει και κάποια σπουδαία κείμενα.

Α: Αφορούν ένα πιο ακαδημαϊκό και πιο σκληρά σινεφίλ κοινό;

Γ: Θεωρώ πως ναι, χωρίς να είναι κάτι κατακριτέο. Είναι λίγο δύσκολο να ζητήσεις από αυτούς τους ανθρώπους να αλλάξουν το ύφος τους. όπως αντίστοιχα δεν γίνεται οι ίδιοι να κατακρίνουν το ύφος των νεότερων κριτικών. Να είμαστε καλά και να θυμόμαστε ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές οπτικές στην κριτική.

Α: Γύρω από το κομμάτι του μέσου, επειδή ασχολείσαι και με το κομμάτι του ραδιοφώνου ή του podcast, ο προφορικός λόγος σε σχέση με τον γραπτό είναι διαφορετικός. Παρατηρείς διαφορά στο πώς αντιδράς;

Γ: Είναι τεράστια η διαφορά. Αυτό που είναι σημείο των καιρών και το βιώνω τώρα που είμαι στο “ΚΛΙΚ”. Αυτό το λέω με μια θετική αλλά και αρνητική χροιά ταυτόχρονα. Δεν υφίσταται πλέον μέσο, χωρίς social media και διαδικτυακή παρουσία, χωρίς οι συντάκτες του να «παρουσιάζονται» κάπως μέσα σε αυτό.

Α: Τύπου δημόσιο πρόσωπο.

Γ: Δημόσια πρόσωπα αλλά να κάνεις και ψιλο influencing. Το ωραίο της υπόθεσης είναι το πώς χειρίζεσαι το προσωπικό σου προφίλ. Πλέον είναι επαγγελματικό, το οποίο δε σου κρύβω ότι ενώ σε κάποιες πτυχές του μου αρέσει, σε κάποιες δεν νιώθω το ίδιο άνετα. Έχοντας ωστόσο ως αφετηρία το γραπτό, κατά τη γνώμη μου, μπορείς να είσαι πάρα πολύ καλός στο content creation. Από την άλλη πλευρά,, αν δεν έχεις εξοικειωθεί με μια πιο αναλυτική μορφή σκέψης, όχι απλά να γράφεις, αλλά για να καταλήξεις κατευθείαν στο ζουμί και να μην επαναλαμβάνεσαι συνεχώς, να αποφεύγεις αυτό το μονότονο και άνευρο που επικρατεί κάπως στη σφαίρα του Ίντερνετ σήμερα.

Κατά τα άλλα, πέρα από το γραπτό, προτιμώ τα ραδιοφωνικού τύπου μέσα, είτε αυτά είναι καθαρόαιμες ραδιοφωνικές εκπομπές είτε podcast. Και αυτό γιατί λείπει το εμπόδιο της εικόνας. Δηλαδή όταν φαίνεσαι σε μια κάμερα, δεν είναι η έκθεση αυτή καθαυτή το πρόβλημα. Κατά τη γνώμη μου, είναι ότι έχεις στο μυαλό σου το πως θα παρέχεις ένα ολοκληρωμένο οπτικοακουστικό θέαμα. Δε γίνεται να τα λες με κάποιο ύφος και το πρόσωπό σου να είναι ανέκφραστο ή η φωνή σου να μην έχει «χρώμα». Έχεις να σκέφτεσαι εκατό διαφορετικές μικρο-λεπτομέρειες.

Πλέον, εάν δεν έχεις εικόνα δεν φτάνεις στον περισσότερο κόσμο. Μας προσέγγισαν πρόσφατα με τον φίλο τον Βασίλη που κάνουμε το “Recency Bias”, το podcast. Μας ρώτησαν αν θα το μεταφέρουμε σε vidcast. Φυσικά και είναι μια εύλογη απορία, αλλά με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι είναι οριακά σα να μην υφίσταται το podcast με την τωρινή του μορφή, παρόλο που η ερώτηση ήταν πολύ ειλικρινής, γιατί φάνηκε ότι ήταν από άτομα που γουστάρανε πολύ με αυτό που άκουγαν. Φαίνεται ότι πλέον είναι υποχρεωτικό να έχεις εικόνα.

Από τη μία μου αρέσει πάρα πολύ, κάνουμε διάφορα στο “ΚΛΙΚ” τα οποία είναι με βίντεο και έχουν ενδιαφέρον. Από την άλλη, είναι κάτι καινούργιο για μένα, γιατί δεν είμαι εξοικειωμένος με την εικόνα μου. Οπότε πρέπει ξαφνικά εκεί που είχες μάθει να είσαι σίγουρος γι’ αυτό που λες, να μην είσαι σίγουρος πως είσαι όταν τα λες, το οποίο είναι πολύ περίεργο όταν συμβαίνει.

Α: Πως προέκυψαν τα σεμινάρια, εκτός από την κριτική;

Γ: Τα σεμινάρια τα είχα στο μυαλό μου ως κάτι που θα μου άρεσε πολύ να κάνω, παράλληλα με τη δουλειά. Είχα παρατηρήσει ότι ενώ γίνονται διάφορα σεμινάρια κινηματογράφου, μερικά από τα οποία τα έχω παρακολουθήσει κι εγώ ο ίδιος, αφορούσαν κυρίως είτε την ιστορία του κινηματογράφου είτε τη μελέτη για κινηματογραφικά είδη. Μου φαινόντουσαν πάντα πιο «ρευστά» ως θέματα. Ζητούσα κάτι θεματικό, κάτι πιο στρωτό. Και έτσι κατάλαβα πως αυτό που δεν υφίσταται είναι ένα σεμινάριο κριτικής κινηματογράφου.

A: Υπήρχε ένα κενό στην αγορά.

Γ: Σωστά, υπήρχε αυτό το κενό. Σκέφτηκα ότι δεν διδάσκεται η κριτική κινηματογράφου πουθενά, ενώ γνωρίζω πολύ κόσμο που θέλει να ασχοληθεί με αυτό το κομμάτι. Έτσι λοιπόν, πήρα το θάρρος και το δουλέψαμε με την ομάδα του “Zagoriwood”. Πήγε συμπαθητικά, είχαμε μια απροσδόκητη συμμετοχή ανθρώπων. Μία που το ανακοινώσαμε και μία που μου έστειλε η φανταστική Λήδα Διαλυνά, από τον χώρο του “Fårö”, που έκανε σεμινάρια κινηματογράφου και μου πρότεινε να συνεργαστούμε.

Ενθουσιάστηκα πολύ, καθώς ήδη γνώριζα το “Fårö”, με τα φανταστικά σεμινάρια που είχαν κάνει, με μια πολύ ικανή ομάδα. Έτσι, για δύο χρονιές, το 2021 και το 2022 συγκεκριμένα, δημιουργήσαμε ένα μεγάλο εργαστήριο κριτικής κινηματογράφου. Το πιο σημαντικό για μένα είναι πως το εργαστήριο αυτό «κράτησε» στο χρόνο, ενώ επίσης βγήκε και «παρουσιάστηκει» κόσμος από εκεί με έναν τρόπο. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία, κάτι που κρατώ στη μνήμη μου, έστω κι αν μου λείπει πολύ.

Πλέον τα σεμινάρια συνεχίζονται στον υπέροχο χώρο του Cinemarian, όπου οι θεματικές κινούνται στο πλαίσιο της ιστορίας του σινεμά, αλλά χωρίς αυστηρά ακαδημαϊκή προσέγγιση.

Α: Πώς μπαίνεις στη θέση του κριτικού και με ποια κριτήρια;

Γ: Προσωπικά, προσπαθώ να τα έχω όλα σε μια ισορροπία. Δηλαδή υπάρχουν μέρες που θα δω δύο και τρεις ταινίες, γιατί μπορεί να έχω φάει κόλλημα πάνω σε μια φιλμογραφία ενός σκηνοθέτη για παράδειγμα. Υπάρχουν και εβδομάδες που δεν βλέπω τίποτα, γιατί δεν έχω αρκετό χρόνο ή προτιμώ να διαβάζω ή ακούω μουσική. Θα πήγαινα και πάλι -όπως σου είπα και νωρίτερα- με το ένστικτο, ως οδηγό. Επίσης θα έβγαινα να διασκεδάσω τα βράδια, το οποίο είναι άλλο ένα σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητας. Δεν γίνεται να είσαι μονίμως μέσα σε αυτό το μοτίβο της δουλειάς που αποφασίζεις να ακολουθήσεις, όποια κι αν είναι αυτή, διότι καταλήγεις να καταναλώνεις υλικό χωρίς νόημα. Δεν σε συγκινεί μια ταινία επειδή έχει ένα «κατάλογο» από θεματικές έννοιες που παρουσιάζονται. Θα την ξεχωρίσεις γιατί κινητοποιεί κάτι μέσα σου, με βάση τις εμπειρίες που έχεις αποσπάσει εκτός κινηματογράφου.

Α: Έχεις φτάσει ποτέ στο τριπάκι να αναρωτηθείς εάν αυτό που είναι να γράφεις, αξίζει να αναφερθεί; Δηλαδή εάν έχει σημασία τελικά ο δικός μου λόγος και ποιος είναι ο λόγος που εκφέρω.

Γ: Αυτό είναι μια διαρκής σύγκρουση.

Εδώ βοηθάει το ότι το κάνεις για δουλειά, γιατί πρέπει να γράψεις. Αυτό δηλαδή κάπως δεν υφίσταται. Η αλήθεια είναι πως εμένα με κουράζει πάρα πολύ το κομμάτι της προώθησης της δουλειάς, ότι πρέπει να είσαι φοβερά ενεργός, για να διατηρηθείς. Έχω περάσει φάσεις που δεν το έκανα για δύο μήνες, ακριβώς γιατί είχα αυτή την αμφισβήτηση του εαυτού μου. Υπάρχουν άλλες φάσεις που θεωρώ ότι το κάνω σε πιο ισορροπημένο βαθμό. Εν πάση περιπτώσει, προσπαθώ να μην το σκέφτομαι ιδιαίτερα, γιατί δεν νιώθω άνετα μέσα σε αυτή τη συνθήκη..

Α: Μια άλλη απορία που έχω είναι πώς και άφησες πίσω το κομμάτι του filmmaking.

Γ: Πολύ απλά, κάποια στιγμή ένιωσα πως δεν έχω κάτι πολύ σημαντικό να πω. Και αυτή η συνειδητοποίηση συνέπεσε με την εποχή που κατάφερα να βιοπορίζομαι από αυτό που αγαπώ. Πάντως, δεν είναι κάτι που έχω απορρίψει τελείως και γενικά το να βρίσκομαι σε κάποιο γύρισμα είναι από τις πολύ αγαπημένες μου στιγμές. Παραμένει δηλαδή πολύ ωραίο το αίσθημα της κοινότητας, με τους ανθρώπους που μοιράζεσαι τόσο χρόνο μαζί, για έναν ωραίο σκοπό. Οπότε ναι, δεν είναι κάτι που λέω στον εαυτό μου ότι το έχω κλείσει τελείως, θα ασχοληθώ όταν έρθει αυτή η ανάγκη. Υπήρχε μια περίοδος που ήθελα να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ, για να είμαι ειλικρινής, αλλά προοδευτικά αφιερώθηκα περισσότερο στο γράψιμο, οπότε μοιραία το πρώτο έμεινε πίσω.

Α: Το καταλαβαίνω πάντως αυτό που λες, φαίνεται και το πιο ωραίο ως προσέγγιση. Για παράδειγμα, νομίζω ότι πολλοί μπαίνουν σε αυτό το τριπάκι επειδή απολαμβάνουν να βλέπουν ταινίες και θεωρούν ότι πρέπει να δημιουργήσουν κάτι και οι ίδιοι.

Γ: Α, ναι φυσικά, καταλαβαίνω πώς το λες.

A: Σε ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη!

Γ: Εγώ ευχαριστώ, να είστε καλά!

Σημείωση: Η φωτογραφία του εξωφύλλου έχει παραχωρηθεί από τον Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο. Τα δικαιώματά της ανήκουν αποκλειστικά στον νόμιμο δημιουργό της.

Δημοσιεύθηκε στις 5/7/2026

SHARE

Διαβάστε ακόμα
Ο Γιώργος Φουρτούνης για την κινηματογραφική διασκευή
Ο Γιώργος Φουρτούνης για την κινηματογραφική διασκευή
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΑΝΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΗ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΑΝΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΗ
Ο Κώστας Στραγαλινός για την αφήγηση στον κινηματογράφο
Ο Κώστας Στραγαλινός για την αφήγηση στον κινηματογράφο
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΡΕΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΡΕΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ