ΜΠΟΜΠΙΝΑ

Το περιοδικό του Κινηματογραφικού Τομέα Π.Ο.Φ.Π.Α.
%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%cf%80%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b3%ce%b5%ce%b9%cf%89%ce%bd%ce%b5%ce%b9-%ce%b7-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%cf%80%cf%84%cf%89%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf-2

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΥ ΑΠΟΓΕΙΩΝΕΙ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ BLAXPLOITATION ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ [2/2]

του Γιώργου Βασιλόπουλου

Σχέδιο Εξωφύλλου: Ανδρέας Τσέτης

TROUBLE MAN (1972)

Ο Marvin Gaye ήρθε μέσω του Trouble Man σε ένα σημείο καμπής της καριέρας του, φρέσκος από την τεράστια επιτυχία του What’s Going On και -για πρώτη φορά- εξοπλισμένος με πλήρη δημιουργικό έλεγχο πάνω στη μουσική του, στη φημισμένη δισκογραφική εταιρεία Motown. Το στούντιο είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα για ένα αστυνομικό θρίλερ γύρω από έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ -γνωστό ως Mister T- και ο Gaye άρπαξε την ευκαιρία να γράψει, να ενορχηστρώσει και να παράγει ολόκληρο το μουσικό μέρος της εν λόγω ταινίας˙ το πρώτο και μοναδικό του πλήρες project γύρω από ένα κινηματογραφικό soundtrack.

Σε αντίθεση με τα παραδείγματα των Isaac Hayes και Curtis Mayfield που είδαμε στο προηγούμενο μέρος του αφιερώματος, ο Gaye φαίνεται να πήρε άλλη πορεία˙ το Trouble Man είναι -κατά βάση- ένα ορχηστρικό σύμπαν, με jazz αποχρώσεις, που καταφέρνει να περιγράψει με εξαιρετικό τρόπο τη ζωή του Mister T. Ηχογραφημένο στα στούντιο «Hitsville West» της Motown στο Χόλιγουντ, οι ηχογραφήσεις επέτρεψαν στον Gaye να πειραματιστεί με μια παλέτα που εκτείνεται πολύ πιο πέρα από το προηγούμενο pop-soul έργο του˙ ενορχηστρώσεις για πνευστά, ατμοσφαιρικά έγχορδα, αυστηρά ελεγχόμενοι ρυθμοί και -αδιαμφισβήτητα κρίσιμο σημείο- η πρώιμη χρήση του Moog synthesizer, που του παρείχε ο Stevie Wonder.

Ο Marvin Gaye δόμησε το Trouble Man ως μια σειρά παραλλαγών, πάνω στο ύφος και την προσωπικότητα της ταινίας. Έγραψε πολλαπλές εκδοχές των τραγουδιών, όπου η καθεμία περιφέρεται γύρω από τον χαρακτήρα του Mister T, από μια ελαφρώς διαφορετική οπτική. Στο άλμπουμ, το ομότιτλο κομμάτι “Trouble Man” συνυπάρχει με ορχηστρικά κομμάτια, όπου τα πλήκτρα του Gaye και οι μελωδίες από τα σαξόφωνα σχεδόν «μιλούν» εκ μέρους του χαρακτήρα, υποδηλώνοντας σκληρότητα, κόπωση, υπερηφάνεια και επιφυλακτικότητα, χωρίς να υπάρχει ούτε μια γραμμή διαλόγου.

Κομμάτια όπως το “‘T’ Plays It Cool”, το “Poor Abbey Walsh” και το “Cleo’s Apartment” εναλλάσσονται ανάμεσα σε ένα ελαστικό, σχεδόν αστικό soul-jazz περιβάλλον και σε τεταμένα, κοφτά ρυθμικά μέρη, αντανακλώντας τη μετακίνηση της ταινίας από μπαρ και αίθουσες μπιλιάρδου σε σκηνές παρακολούθησης και καταδιώξεων, με την ξαφνική παρουσία βίας να είναι σημείο κατατεθέν. Ο Gaye ηχογράφησε σχεδόν τριακόσια ξεχωριστά cues και στη συνέχεια τα συμπύκνωσε σε ένα LP, προσδίδοντας έναν εξαιρετικά «αυτόνομο» και ιδιαίτερο μουσικό χαρακτήρα.

Εμπορικά, το άλμπουμ Trouble Man είχε ισχυρή απόδοση˙ τροφοδοτούμενο από την επιτυχία του ομότιτλου κομματιού, που μπήκε στο Top 10 τόσο των soul όσο και των pop charts, ο δίσκος ανέβηκε στο Top 20 του Billboard 200 και τελικά έγινε χρυσός. Ωστόσο, η ίδια η ταινία ποτέ δεν «ισοφάρισε» την επιρροή της ηχητικής υπόκρουσης, καθώς με τον καιρό το άλμπουμ απέκτησε σχεδόν λατρευτική υπόσταση -σύμφωνα με μαρτυρίες από μουσικούς και κριτικούς της εποχής- ως ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα και υποτιμημένα έργα του Gaye.

Κάπως έτσι, το Trouble Man κατάφερε να σηματοδοτήσει μια λεπτή αλλά σημαντική στροφή. Η μουσική του Marvin Gaye βοήθησε την ταινία να κλίνει προς μια ευρωπαϊκή αίσθηση ενός κινηματογραφικού noir, συγχωνεύοντας soul, funk και jazz στοιχεία, χωρίς υπερβολές και φανφάρες. Για τις επόμενες γενιές -από τραγουδιστές neo-soul μέχρι παραγωγούς hip-hop που εξακολουθούν να αξιοποιούν, με κάποιο τρόπο, το έργο του- το Trouble Man έγινε σημείο αναφοράς για το πόσο βαθιά μπορεί να κατοικήσει ένα soundtrack στο ανθρώπινο μυαλό και πώς μια κινηματογραφική μουσική μπορεί να μείνει αξέχαστη στους θεατές του έργου.

BLACK CEASAR (1973)

Το Black Caesar του Larry Cohen κυκλοφόρησε το 1973 ως ένα σκληρό gangland παραμύθι, που παρακολουθεί την άνοδο και την πτώση του Tommy Gibbs, ενός παιδιού της εργατικής τάξης, το οποίο προσπαθεί να βγάλει τα προς το ζην τρίβοντας παπούτσια, προτού ξεκινήσει να σκαρφαλώνει -εν τέλη- στις ανώτερες βαθμίδες του εγκληματικού υποκόσμου του Χάρλεμ. Η ιστορία της ταινίας -γεμάτη από συναισθήματα φιλοδοξίας, προδοσίας και κοινωνικής κινητικότητας- χάρισε στον James Brown, τον επονομαζόμενο «νονό της soul μουσικής», έναν νέο καμβά˙ το πρώτο του ολοκληρωμένο soundtrack, ηχογραφημένο με τους J.B.’s και συνεργάτες-κλειδιά όπως ο τρομπονίστας-ενορχηστρωτής Fred Wesley και η εξαιρετική τραγουδίστρια Lyn Collins.

Το Black Caesar ήταν το ντεμπούτο του Brown ως συνθέτη στον κινηματογραφικό κόσμο και για αυτόν ακριβώς το λόγο το προσέγγισε ως συνέχεια της σκηνικής του περσόνας˙ ένας αμείλικτος και εκρηκτικός show-man, που βρίσκεται πάντοτε «on the one». Οι ηχογραφήσεις έγιναν σε πολλές Αμερικανικές πόλεις -υπό σφιχτό πρόγραμμα- με τον Brown και τους J.B.’s να ενισχύονται από έγχορδα και πνευστά τμήματα, δημιουργώντας έναν ήχο που συγχώνευε βαριά grooves με την πιο «κλασική» κινηματογραφική ενορχήστρωση. Ο Brown συνέγραψε από κοινού τα περισσότερα από τα έντεκα κομμάτια του δίσκου, διαμορφώνοντας όχι μόνο τραγούδια αλλά και ορχηστρικά cues, ειδικά σχεδιασμένα και διαμορφωμένα για να ακολουθούν τον Tommy Gibbs στους δρόμους της Νέας Υόρκης, τόσο στα παρασκήνια όσο και στα διοικητικά γραφεία.

Το άλμπουμ ανοίγει με το “Down And Out In New York City”, το μόνο κομμάτι που δεν συνευθύνεται στην παραγωγή ο Brown, το οποίο παρουσιάζει την πρώιμη φτώχεια του Gibbs, που φαίνεται να ακολουθείται από μια συνεχόμενη οργή και εξάντληση. Από εκεί, κομμάτια όπως τα “Blind Man Can See It” και “Sportin’ Life” «κλειδώνουν» σε σφιχτούς, συγχρονισμένους ρυθμούς, από το παίξιμο του Jabo Starks στα τύμπανα και την ξεσηκωτική κιθάρα του Jimmy Nolen, χαρίζοντας στη μουσική μια αισθητική, ανάλογη της ταινίας.

Αυτό που ξεχωρίζει στο Black Caesar -σε σύγκριση με άλλα μεταγενέστερα blaxploitation soundtracks- είναι το πόσο αποφασιστικά ο Brown αφήνει τη μουσική να υπαγορεύει το συναισθηματικό κλίμα της ταινίας. Το “The Boss”, ένα από τα κομμάτια-ορόσημα και αργότερα σταθερό στοιχείο στις ζωντανές εμφανίσεις του Brown, είναι ενδεχομένως η ιδανική περιγραφή της αδίστακτης ανόδου του Gibbs, μέσα στα εγκληματικά κλιμάκια του Χάρλεμ.

Σε άλλα σημεία, το soundtrack ανοίγει χώρο για δευτερεύοντες χαρακτήρες˙ η Lyn Collins «σκίζει» στο “Mama Feelgood”, ενώ το “Mama’s Dead” φαίνεται πως ξεγυμνώνει και υπογραμμίζει το προσωπικό κόστος της αυτοκρατορίας του Gibbs.

Οι κριτικοί εκείνης της εποχής ήταν διχασμένοι ως προς την ταινία αλλά φανερά πιο γενναιόδωροι προς τη μουσική, επαινώντας την ολόπλευρη ηχητική «επίθεση» του άλμπουμ, ακόμα και όταν θεωρούσαν την πλοκή κάπως μπερδεμένη και ασταθή. Οι μεταγενέστερες εκτιμήσεις έχουν αναδείξει τις ενορχηστρώσεις που έγιναν στα πνευστά από τον Fred Wesley και την αδυσώπητη ώθηση της ρυθμικής ενότητας των J.B.’s ως λόγους για τους οποίους ο δίσκος παραμένει καθηλωτικός, ακόμα και αποσπασμένος από τις κινηματογραφικές ιδέες του Cohen.

Εμπορικά, το Black Caesar ήταν εύκολο να πουληθεί˙ ο James Brown στο απόγειο της καριέρας του -στις αρχές της δεκαετίας του ’70– ενώ καλλιτεχνικά, σηματοδότησε την αρχή ενός σύντομου κύκλου blaxploitation scores του Brown, που θα περιελάμβανε τα Slaughter’s Big Rip-Off και το -αρχικά παρατημένο «στην άκρη» αλλά πλέον- θρυλικό The Payback, εδραιώνοντας τον ρόλο του όχι μόνο ως κλασικού τραγουδοποιού, αλλά και ως «αρχιτέκτονα» μουσικής ατμόσφαιρας.

Στην ευρύτερη ιστορία των blaxploitation soundtracks, το Black Caesar τοποθετείται μάλλον λίγο πιο κάτω από τα Shaft, Super Fly και Trouble Man -από θέμα αναγνωρισιμότητας- όμως τα κορυφαία κομμάτια του “The Boss”, “Down And Out In New York City”, “Mama Feelgood” έχουν επιβιώσει πιο πολύ απ’ ό,τι η ίδια η ταινία. Για πολλούς ακροατές, η ταινία πια λειτουργεί ως πλαίσιο για το έργο του James Brown, και όχι το αντίστροφο˙ μια σκληρή αστυνομική ιστορία που στηρίζεται -και συχνά ανυψώνεται- από ένα τόσο ξεχωριστό soundtrack.

COFFY (1973)

Η ταινία του Jack Hill, Coffy, βγήκε το 1973 ως μια λιτή, μαινόμενη ιστορία εκδίκησης, με την Pam Grier στον ρόλο μιας νοσοκόμας που παίρνει τη δικαιοσύνη στα χέρια της, αφού η ηρωίνη καταστρέφει τη ζωή της μικρής της αδερφής. Κάτω από την παρανοϊκή υπόθεση και τις τραχείες άκρες της ταινίας, τρέχει μια μουσική την οποία ο Roy Ayers -τότε ανερχόμενη φυσιογνωμία της jazz-funk σκηνής- έγραψε, ενορχήστρωσε και παρήγαγε, στην προσπάθεια της αποτύπωσης ενός soundtrack που ντύνει τον κόσμο του Coffy με ζεστασιά και τσαμπουκά ταυτόχρονα. Ηχογραφημένο σε λίγες μόλις ημέρες τον Απρίλιο του 1973 στα Sound Ideas Studios της Νέας Υόρκης, το άλμπουμ του Coffy συνδυάζει μελωδίες με βιμπράφωνο, σφιχτά ρυθμικά μέρη και πλούσια πνευστά σε μια συμπυκνωμένη ηχογράφηση, που στέκεται άνετα δίπλα στα πιο διάσημα blaxploitation soundtracks της εποχής.

Το Coffy ήταν το μοναδικό πραγματικό blaxploitation soundtrack του Ayers, το οποίο και αντιμετωπίζει σα να βρίσκεται σε μια πειραματική περίοδο, αναφορικά με τις συνθετικές του ιδέες. Συνεργαζόμενος με τον πιανίστα και ενορχηστρωτή Harry Whitaker, τον μπασίστα Richard Davis, τον ντράμερ Dennis Davis και έναν μικρό «στρατό» πνευστών και εγχόρδων, ο Ayers κεντράρει τα περισσότερα cues γύρω από το βιμπράφωνό του, μεταβάλλοντας συνεχώς τον τόνο˙ από το αισθησιακό στο παιχνιδιάρικο και έπειτα στο -ολοφάνερα- ανατριχιαστικό. Οι φωνητικές συνεισφορές της Dee Dee Bridgewater και του Wayne Garfield δίνουν σε ορισμένα κομμάτια μια αφηγηματική διάσταση˙ το “Coffy Is The Color” εισάγει την ηρωίδα μας, ως μια επικίνδυνη και άκρως εμβληματική φιγούρα, ενώ το “Shining Symbol” την τοποθετεί ρητά ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα το οποίο ανήκει σε μια «νέα γενιά» γυναικών, μέσα στη μυθολογία του είδους.

Ορχηστρικά κομμάτια όπως το “Priscilla’s Theme”, το “Aragon” και το “Escape” δείχνουν την ικανότητα του Ayers να χτίζει ατμόσφαιρα με ελάχιστα μέσα και ορισμένες -προσεκτικά τοποθετημένες- μουσικές φράσεις, που μετατρέπουν μια απλή καταδίωξη ή μεταβατική σκηνή σε κάτι συναισθηματικά φορτισμένο. Σε άλλα σημεία, τα “Brawling Broads” και “Coffy Sauna” εκμεταλλεύονται το pulp και τη σεξουαλικότητα της ταινίας, χωρίς ποτέ να πλησιάζουν το φτηνό αποτέλεσμα˙ οι ενορχηστρώσεις είναι πολύ ακριβείς και οι αρμονικές επιλογές πολύ πλούσιες, ώστε η μουσική να μην καταλήγει σε κλισέ μοτίβα.

Κατά την κυκλοφορία του, το Coffy απέσπασε ανάμεικτες κριτικές˙ επαινέθηκε για την παρουσία της Pam Grier και την ενέργεια της ταινίας, αλλά επικρίθηκε για την υπέρμετρη βία και την εκμετάλλευση των γυναικείων χαρακτήρων. Ωστόσο, το score του Ayers γρήγορα ξεχώρισε ως ένα από τα πιο «διακριτά» της στοιχεία, εφόσον επανεκδόθηκε επανειλημμένα σε βινύλιο και ψηφιακές μορφές, ενώ πλέον αντιμετωπίζεται ως βασικό «κλειδί» στην ιστορία του jazz-funk μουσικού κινήματος και της μουσικής του blaxploitation κινηματογράφου.

Η επιρροή της ταινίας, ασφαλώς, ξεπέρασε ακόμα και την ίδια τη δεκαετία της κυκλοφορίας της˙ ο Quentin Tarantino χρησιμοποίησε κομμάτια όπως το “Coffy Is The Color” και το “Aragon” στο Jackie Brown, ως άμεσο φόρο τιμής τόσο στην Grier όσο και στον ήχο εκείνης της εποχής.

Στο ευρύτερο ηχητικό τοπίο των blaxploitation κινηματογραφικών αναφορών, το Coffy καταλαμβάνει μια ξεχωριστή θέση. Ο Roy Ayers εμπιστεύτηκε την υφή και τις μικρές, μελωδικές χειρονομίες οι οποίες «ξεπηδούν» στην μεγάλη οθόνη, με τη μουσική του να καταφέρνει να σαγηνεύει και -περιστασιακά- να πληγώνει τους θεατές, δίνοντας στην εκστρατεία της Coffy ένα soundtrack εξίσου ευκίνητο, ευρηματικό και απόλυτα συμβεβλημένο με την ίδια την πρωταγωνίστρια.

DOLEMITE (1975)

Το Dolemite (1975) βρίσκεται στο πιο «άγριο» άκρο του φάσματος του blaxploitation˙ μια low-budget κωμωδία εγκλήματος, χτισμένη γύρω από την υπερμεγέθη περσόνα του Rudy Ray Moore ως λαϊκού ήρωα. Σκηνοθετημένη από τον D’Urville Martin -αλλά στην ουσία διαμορφωμένη από το όραμα του ίδιου του Moore- η ταινία ακολουθεί τον ιδιοκτήτη ενός νυχτερινού κέντρου ενονόματι Dolemite, καθώς αυτός επιστρέφει από τη φυλακή για να ανακτήσει την επικράτειά του, χρησιμοποιώντας ένα ιδιαίτερο μείγμα kung fu τεχνικής (περίπου δηλαδή), ξεκαρδιστικών προσβολών και ασταμάτητου θράσους. Το soundtrack καθρεφτίζει απόλυτα την ενέργεια αυτή, που αναβλύζει από την ταινία˙ ένα μείγμα από 70s funk, soul μπαλάντες και spoken-word τεχνικές, ηχογραφημένα με τη Soul Rebellion Orchestra και έναν εναλλασσόμενο θίασο τραγουδιστών, υπό τη μουσική διεύθυνση του ίδιου του σκηνοθέτη και του συνθέτη-κιθαρίστα Arthur Wright.

Σε αντίθεση με τα «σφιχτά» ενορχηστρωμένα concept albums του Super Fly ή του Trouble Man, το soundtrack του Dolemite μοιάζει να χτίστηκε από το μηδέν για να αναδείξει τον σκηνικό χαρακτήρα του Rudy Ray Moore. Κομμάτια όπως τα “Dolemite”, “The Queen” και “The Rumble” κινούνται από τα πνευστά και τα ρυθμικά μοτίβα των μουσικών της Soul Rebellion Orchestra, ενώ οι ενορχηστρώσεις του Arthur Wright αφήνουν άφθονο χώρο για δράση και αυτοσχεδιασμό. Ο Ben Taylor αναλαμβάνει πολλά από τα lead φωνητικά -ερμηνεύοντας τα κομμάτια με έναν σωστό συνδυασμό δυναμικής και ενθουσιασμού- εισάγοντας ουσιαστικά τον μύθο του Dolemite στους απανταχού θεατές.

Μπαλάντες όπως τα “Power Of Your Love” και “When We Start Making Love”, όπου ερμηνεύει η Mary Love, προσθέτουν μια αναπάντεχη τρυφερότητα, ενσωματώνοντας στοιχεία από το χοντρο-κομμένο χιούμορ της ταινίας και τον καυστικό τρόπο ομιλίας, που ακούμε σε κάθε πιθανό διάλογο. Ορχηστρικά κομμάτια σαν τα “Mayor’s Get-Away”, “The Hitman”, “Creeper” και “The Jive Jungle” λειτουργούν ως ενδιάμεσα cues που «στήνουν» τα οπτικά της ταινίας με έναν «ψυχεδελικό» τρόπο, σαφώς σχεδιασμένα για να ενισχύσουν και να παρουσιάσουν τη μουσική τους ορμή, μέσα στο περιβάλλον και την καθημερινότητα του Dolemite.

Κυκλοφορώντας από την μικρή δισκογραφική Generation International, το πρωτότυπο άλμπουμ του Dolemite κυκλοφορούσε για χρόνια σα να αποτελούσε ένα συλλεκτικό αντικείμενο˙ πιο πιθανό να το βρεις σε παλαιοπωλεία και κουτιά με μεταχειρισμένους δίσκους παρά σε λίστες με «μεγάλα και ξακουστά soundtracks». Με τον καιρό, όμως, το ιδιαίτερο στυλ και η ανεπιτήδευτα DIY αίσθηση του άλμπουμ το «ανέβασαν» –κατά πολύ– στα μάτια των πιστών οπαδών του blaxploitation κινηματογράφου.

Στο ευρύτερο ηχητικό τοπίο του blaxploitation, το Dolemite είναι λιγότερο «γυαλισμένο» συγκριτικά με τις παραγωγές των Isaac Hayes, Curtis Mayfield, Marvin Gaye ή James Brown -που διαβάσατε προηγουμένως- αλλά αυτή ακριβώς η τραχύτητα το κάνει πολύτιμο˙ αποτυπώνει μια άλλη πλευρά της εποχής, όπου περιφερειακές μπάντες, μικρές εταιρείες και ανεξάρτητοι δημιουργοί έμπαιναν μέσα στον κόσμο της κινηματογραφικής παραγωγής, με έναν ιδιαίτερο τσαμπουκά και χαρακτήρα. Το τελευταίο soundtrack της λίστας μας λοιπόν, ακούγεται σα να ηχογραφήθηκε στα ίδια κλαμπ, στα ίδια παρασκήνια και στις ίδιες γειτονιές που γεννάνε τέτοιου είδους πρωταγωνιστές και τέτοιου είδους ιστορίες.

HONORABLE MENTIONS… ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ)

  • Three the Hard Way (1974 ) – Σκηνοθεσία Gordon Parks Jr.
  • The Education of Sonny Carson (1974 ) – Σκηνοθεσία Michael Campus
  • Black Belt Jones (1974 ) – Σκηνοθεσία Robert Clouse
  • Truck Turner (1974 ) – Σκηνοθεσία Jonathan Kaplan
  • Friday Poster (1975 ) – Σκηνοθεσία Arthur Marks
  • Sheba, Baby (1975 ) – Σκηνοθεσία William Girdler
  • The Human Tornado (1976 ) – Σκηνοθεσία Cliff Roquemore
  • Car Wash (1976 ) – Σκηνοθεσία Michael Schultz
  • No Way Back (1976 ) – Σκηνοθεσία Fred Williamson
  • Youngblood (1978 ) – Σκηνοθεσία Noel Nosseck

Σημείωση: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.

Δημοσιεύθηκε στις 22/2/2026

SHARE

Διαβάστε ακόμα
ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΒΡΑΒΕΥΣΗΣ
ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΒΡΑΒΕΥΣΗΣ
Ο Αϊζενστάιν, ο Όρσον Γουέλς, ο Γκοντάρ και η δημιουργία εντυπώσεων-εικόνων
Ο Αϊζενστάιν, ο Όρσον Γουέλς, ο Γκοντάρ και η δημιουργία εντυπώσεων-εικόνων
Méditerranée (1963) Jean-Daniel Pollet
Méditerranée (1963) Jean-Daniel Pollet
ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟ
ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟ