ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΥ ΑΠΟΓΕΙΩΝΕΙ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ BLAXPLOITATION ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ [1/2]
του Γιώργου Βασιλόπουλου
Σχέδιο Εξωφύλλου: Ανδρέας Τσέτης
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Έχουν υπάρξει πολλές στιγμές, στην ιστορία του γνωστού κόσμου, όπου η μουσική φτάνει σε σημείο να χαρακτηρίσει μια εποχή, μια δεκαετία, ένα κοινωνικο-πολιτισμικό ρεύμα. Έχει φτάσει επίσης σε σημείο να διαμορφώσει προσωπικότητες, να μεταφέρει ιδέες με ασύλληπτους ρυθμούς, να αποδώσει συναισθήματα και τελικά να κάνει τη ζωή μας πιο όμορφη, λιγότερο βαρετή και την κάθε μέρα να μοιάζει πιο γεμάτη από την προηγούμενη.
Η δύναμη και η ουσία της μουσικής λοιπόν, δεν θα μπορούσε να λείπει και από το κινηματογραφικό φάσμα -μια πτυχή ενός μεγαλύτερου συνόλου- που τόσο έντονα «διακοσμεί» την καθημερινότητά μας. Σε αυτό το διπλό αφιέρωμα, θα προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τη σημασία της μουσικής ως εργαλείο, στον blaxploitation κινηματογράφου της δεκαετίας του 1970, όπου η πολύπλευρη έκρηξη χρωμάτων, ρυθμού και κίνησης έγιναν κατευθυντήριες γραμμές, για το ξεκίνημα μιας νέας ζωής, καθώς άνθρωποι του περιθωρίου θα μπορούσαν επιτέλους να ακουστούν και να αποτυπώσουν τις δημιουργικές τους σκέψεις, χωρίς τους βάναυσους περιορισμούς του παρελθόντος.
SHAFT (1971)
Καλοκαίρι του 1971. Ο John Shaft βγαίνει από έναν σταθμό του μετρό στο Μανχάταν και μαζί του αναδύεται μια μουσική επένδυση, που όχι απλώς συνοδεύει τη δράση αλλά τη γεννάει, τη συντροφεύει, επαναπροσδιορίζοντας την επιρροή που μπορεί να έχει σε μια ταινία.
Ο Gordon Parks, σκηνοθέτης του Shaft, είχε ξεκινήσει ως φωτογράφος (ένα παρόμοιο ξεκίνημα θα μας απασχολήσει και σε επόμενο άρθρο, κρατήστε το). Αυτό το υπόβαθρο φαίνεται να διαμόρφωσε τον τρόπο που προσέγγισε την συγκεκριμένη ταινία, με τον ίδιο να μην θέλει να δημιουργήσει κάτι όμορφο και αφελές, αποφασίζοντας να απεικονίσει την ωμή αλήθεια, της ζωής στη Νέα Υόρκη του τότε. Για να μεταδώσει τις κατάλληλες εικόνες και το απαραίτητο συναίσθημα, χρειαζόταν και την ανάλογη μουσική υποστήριξη, προτού καν σκεφτεί την πρώτη ατάκα ή τον πρώτο διάλογο.
Το τηλέφωνο του Isaac Hayes –ή του ατζέντη του μάλλον καλύτερα- ήταν αυτό που χτύπησε πρώτο, με την πρόταση για τη θέση του μουσικού συνθέτη. Η ιστορία, ανάλογα από ποια πλευρά την εξετάζει κανείς, αναφέρει πως ο Joel Freeman -παραγωγός της ταινίας- υποσχέθηκε στον Hayes μια ευκαιρία για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, σε συνδυασμό με την -ήδη συμφωνημένη- παροχή της μουσικής επένδυσης. Ωστόσο, ο Richard Roundtree είχε ήδη υπογράψει το συμβόλαιο για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, κάτι το οποίο ο Hayes δεν γνώριζε. Όταν ο τελευταίος το έμαθε, θα μπορούσε να φύγει και να παρατήσει το project, αφήνοντας τους παραγωγούς στα κρύα του λουτρού. Αντίθετα, κράτησε τον ρόλο του συνθέτη και –με απόλυτο επαγγελματισμό- δημιούργησε ένα εκπληκτικό άλμπουμ. Ο ίδιος ο Hayes θα είχε τη δυνατότητα να συμμετέχει σε αρκετές ταινίες ως ηθοποιός, κατά τη διάρκεια της ζωής του, με την πρώτη κατανομή του ως «διπλοθεσίτη» (πρωταγωνιστής και μουσικός συνθέτης) να σημειώνεται στα γυρίσματα της ταινίας «Three Tough Guys» του 1974 –σε σκηνοθεσία του Ιταλού Duccio Tessari– η οποία αποτέλεσε και το υποκριτικό του ντεμπούτο, υποδυόμενος τον Lee Samuels, πρώην αστυνομικό και βασικό συνεργάτη του Lino Ventura.

Ο Gordon Parks έστειλε στον Hayes ακατέργαστο υλικό. Τρεις σκηνές συγκεκριμένα˙ το άνοιγμα στο μετρό, τον πρωταγωνιστή να περιπλανιέται στη γειτονιά του Harlem, καθώς και μια ερωτική σκηνή. Ο Hayes πήρε αυτό το υλικό και, χρησιμοποιώντας μια μελωδία που είχε γράψει χρόνια πριν για ένα τραγούδι που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, δημιούργησε το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα στηριζόταν ολόκληρη η μουσική επένδυση. Ο ντράμερ Willie Hall έπαιξε τα χαρακτηριστικά δέκατα έκτα, στο κύμβαλο (hi-hat) του ντραμ σετ του, ένα μοτίβο που συνήθιζε να χρησιμοποιεί πολύ συχνά και στη συνεργασία του με τον σπουδαίο Otis Redding και τους εκρηκτικούς Blues Brothers, μεταξύ πολλών άλλων. Ο Charles “Skip” Pitts «έκαμψε» τον ήχο της κιθάρας, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα εφέ, για να συμπληρώσει το ηχητικό αποτέλεσμα. Τα ρυθμικά κομμάτια χρειάστηκαν λιγότερο από δύο ώρες για να ηχογραφηθούν και να ολοκληρωθούν και κάπως έτσι εγένετο… “Theme from Shaft”.
Ωστόσο, κάτι εξακολουθούσε να μην κουμπώνει πλήρως. Η MGM είχε ηχογραφήσει τα πάντα σε σύστημα τριών καναλιών. Ο Hayes ήξερε ότι χρειαζόταν μια πλουσιότερη υφή, με περισσότερη πυκνότητα, δηλαδή -εν ολίγοις- περισσότερη ψυχή. Επιστρέφοντας στο Μέμφις, στα στούντιο Stax, ξανά ηχογράφησε τα πάντα. Ειδική αναφορά γίνεται στην ηχογράφηση για τα ρυθμικά μέρη, παρέα με τους Bar-Kays. Κάθε ηχογράφηση έρεε με μια τρομερή φυσικότητα στην επόμενη, καταλήγοντας σε ένα τελικό αποτέλεσμα, που φαινόταν από την αρχή εξαιρετικά υποσχόμενο.

Η εισαγωγή από μόνη της θυμίζει άσκηση διαλογισμού, καθώς για τα πρώτα λεπτά, αυτό είναι και το μόνο που ακούει ο θεατής (ή ακροατής). Μέχρι να μπει η φωνή του Hayes, φαίνεται σα να δημιουργείται μια μουσική «δίνη» μπροστά μας, όπου βυθίζεται κανείς βαθιά μέσα στον ρυθμό, χωρίς να καταλαβαίνει τον τρόπο. Ακόμα και οι ίδιοι οι στίχοι κατέχουν ρόλο δευτερεύον, συμπληρωματικό. Ο Hayes –μέσω του τραγουδιού– μας μιλά για τις ικανότητες του John Shaft, τον κίνδυνο που μπορεί να διατρέχει όποιος βρεθεί στον δρόμο του και την επιβλητική παρουσία του, χτίζοντας εξαιρετικά το προφίλ του πρωταγωνιστή μας.
Το “Theme from Shaft” κυκλοφόρησε ως single -δύο μήνες μετά την πρεμιέρα της ταινίας- και ανέβηκε στην πρώτη θέση του Billboard Hot 100, τον Νοέμβριο του 1971. Έμεινε εκεί για δύο εβδομάδες, ενώ στην τελετή βράβευσης των βραβείων Όσκαρ την επόμενη χρονιά, ο Hayes κέρδισε το βραβείο, στην κατηγορία «Καλύτερο Πρωτότυπο Τραγούδι». Έτσι, έγινε ο πρώτος Αφρο-Αμερικανός που κέρδισε Όσκαρ σε μη υποκριτική κατηγορία και το πρώτο πρόσωπο που κέρδισε το βραβείο έχοντας γράψει και ερμηνεύσει το ίδιο το τραγούδι.

Αυτό που κάνει την μουσική υπόκρουση τόσο μοναδική, είναι το πόσο καλά κατανοεί ο Hayes την ταινία, πέρα από την πλοκή της. Το Shaft δεν αφορά πραγματικά τη διάσωση μιας απαχθείσας κοπέλας˙ αφορά την πλοήγηση μέσα σε δομές εξουσίας, έναν ευφυή πρωταγωνιστή που κινείται σε έναν κόσμο, ο οποίος είναι αρχικά σχεδιασμένος για να τον περιορίζει. Έτσι λοιπόν, η μουσική επένδυση το αντανακλά αυτό –με χαρακτηριστική ευκολία- σε κάθε στιγμή.
Το “Bumpy’s Lament” στηρίζεται στο όργανο (organ), ένα όργανο που μπορεί να ακουστεί τόσο λεπτεπίλεπτο όσο και απειλητικό, ανάλογα με τον τρόπο εκτέλεσης που αποφασίζει να ακολουθήσει ο μουσικός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρουσιάζει έναν πιο «θλιμμένο» ηχητικό χαρακτήρα. Ο άνδρας που προσέλαβε τον John Shaft για να φέρει πίσω την κόρη του, αντιμετωπίζει τις συνέπειες των επιλογών του, καθώς η μουσική αναγνωρίζει το συναισθηματικό «βάρος» που επικρατεί σε κάθε σεκάνς.
Κομμάτια όπως το “Cafe Regio’s” και το “No Name Bar” ενσωματώνουν τζαζ ευαισθησίες -ενώ ακολουθούν αραιές ενορχηστρώσεις πνευστών- αλλά χωρίς να χαρακτηρίζονται τελικά ως καθαρόαιμα τζαζ τραγούδια. Ο υβριδικός ήχος που συναντάμε λοιπόν -είναι κάτι που αποτελεί καινοτομία του ίδιου του Hayes- αντλεί στοιχεία από διαφορετικά μουσικά είδη, με χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτά της soul, funk και ορχηστρικής μουσικής, χωρίς να δεσμεύεται πλήρως σε κάποιο από τα παραπάνω ή να αφομοιώνεται σε αυτό. Και αυτή η αδυναμία του θεατή να προσδιορίσει και να κατανείμει ερεθίσματα σε κουτάκια –μουσικά στην περίπτωση αυτή– μας βοηθάει να καταλάβουμε πως συνθέσεις σαν και τις παραπάνω, «γεννήθηκαν» και συνεχίζουν να υπάρχουν, έχοντας έναν μοναδικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα.
Εξίσου χαρακτηριστική περίπτωση είναι και το “Ellie’s Love Theme”, το οποίο χρησιμοποιεί ρυθμό βαλς. Με μια πρόχειρη ανάγνωση λοιπόν –κατά πάσα πιθανότητα– θα το χαρακτηρίζαμε ως ένα ρομαντικό τραγούδι. Αντί γι’ αυτό όμως, φαίνεται να δείχνει ένα πιο «προκλητικό» πρόσωπο. Ούτως ή άλλως –όπως συμβαίνει και στα πλαίσια της ζωής εκτός κινηματογράφου- κάτω από την τρυφερότητα, δεν είναι απίθανο να ελλοχεύει ο κίνδυνος. Η σχέση μεταξύ του John Shaft και της Ellie Moore κυλάει σε έναν χώρο, όπου τα συναισθήματα της ευαισθησίας και της απειλής συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται.

Είναι κατανοητό πως η μουσική στον κινηματογράφο ξεκίνησε να χρησιμοποιείται για να στηρίξει την αφήγηση. Μέσα στις πολλές εφαρμογές της, έχει χρησιμοποιηθεί για να τονίσει το συναίσθημα, να ενισχύσει την κορύφωση και να προσφέρει συναισθηματικό στήριγμα σε ειδικά επιλεγμένες σκηνές, μεταξύ άλλων. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Hayes έκανε κάτι εντελώς διαφορετικό˙ δημιούργησε έναν πλήρη ηχητικό «κόσμο». Ο John Shaft δεν κινείται απλώς στη Νέα Υόρκη· κινείται μέσα σε ένα σύμπαν που ο Hayes σχημάτισε από το μηδέν.
Το άλμπουμ έγινε το πρώτο διπλό άλμπουμ με πρωτότυπο υλικό, που κυκλοφόρησε καλλιτέχνης R&B. Έμεινε εξήντα εβδομάδες στο Billboard 200 και αλλοίωσε τον τρόπο με τον οποίο οι ταινίες του blaxploitation κινηματογράφου θα χρησιμοποιούσαν τη μουσική, στο πέρασμα των ετών. Το πιο σημαντικό επίτευγμα του συγκεκριμένου soundtrack είναι η δύναμη και ο ρόλος που είχε, στην αλλαγή της μέχρι πρότινος σημασίας και αντιμετώπισης της μουσικής επένδυσης˙ αντί για μια καθιερωμένη διακόσμηση και ένα απλό σύστημα υποστήριξης, μπορεί επίσης να εξεταστεί και ως βασικό στοιχείο κινηματογραφικής «αρχιτεκτονικής».
SWEET SWEETBACK’S BAADASSSSS SONG (1971)
Την ίδια χρονιά, ο Van Peebles κυκλοφόρησε το Sweet Sweetback’s Baadasssss Song, με τα δικά του χρήματα, τους δικούς του όρους και ένα συνεργείο που –κατά το ήμισυ τουλάχιστον- ήταν άπειρο αλλά εξαιρετικά αφοσιωμένο και προσηλωμένο στο στόχο. Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός performer ενήλικου περιεχομένου, ο οποίος σκοτώνει δύο αστυνομικούς, αφού τους έχει «πιάσει» προηγουμένως να χτυπούν ένα μέλος των Black Panthers, ενώ στη συνέχεια κατευθύνεται προς τα σύνορα με το Μεξικό, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τις συνέπειες. Η ίδια η ιστορία -βίαιη, ασυμβίβαστη και σκόπιμα προκλητική- μπορεί να αποτυπωθεί και στον μουσικό χαρακτήρα της ταινίας, τον οποίο επιμελήθηκε ο ίδιος ο Van Peebles.
Ήταν εκείνος που συνέθεσε ολόκληρη τη μουσική υπόκρουση της ταινίας. Αν και δεν είχε γνώσεις μουσικής θεωρίας ή ανάγνωσης παρτιτούρας –δύο εξαιρετικά σημαντικά εργαλεία για κάθε συνθέτη– δεν άφησε τέτοιες λεπτομέρειες να τον εμποδίσουν. Κάπως έτσι, κατάφερε να υλοποιήσει τις ιδέες του, αξιοποιώντας εναλλακτικές επιλογές, με το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να είναι η αρίθμηση των πλήκτρων στο πιάνο –για την πιο άμεση εκμάθησή τους- και κάπως έτσι κατάφερε να «γράψει» μουσική με τον δικό του, ξεχωριστό τρόπο.

Από την άλλη πλευρά της «όχθης», βρίσκονται οι νεαροί –σχεδόν άγνωστοι ακόμα- Earth, Wind & Fire. Αρκετά χρόνια προτού γίνουν ευρύτερα γνωστοί στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα (με επιτυχίες όπως τα Shining Star, Getaway, Fantasy, September, Boogie Wonderland και Let’s Groove, μεταξύ πολλών άλλων), τους βρίσκουμε σε μια περίοδο όπου έχουν ξεκινήσει να καταγράφουν τα πρώτα μουσικά τους «χιλιόμετρα», έχοντας κυκλοφορήσει το παρθενικό και ομώνυμό τους άλμπουμ, την ίδια χρονιά. Παράλληλα, ετοιμάζονται να ηχογραφήσουν τον δεύτερο δίσκο –με τίτλο “The Need of Love”– ενώ την ίδια περίοδο, εξακολουθούν να μοιράζονται το ίδιο μικρό διαμέρισμα, με ελάχιστο φαγητό και πενιχρές απολαβές. Η αρχή της συνεργασίας των δύο πλευρών γίνεται όταν η γραμματέας του Van Peebles, η οποία διατηρούσε δεσμό με ένα από τα μέλη της μπάντας, βοηθάει τον σκηνοθέτη και μεσολαβεί για να γνωρίσει τους μουσικούς, αυτού του άγουρου ακόμα συγκροτήματος από το Σικάγο.
Ο Van Peebles έβαλε τη μπάντα σε ένα δωμάτιο, ξεκίνησε να προβάλλει σκηνές της ταινίας στον τοίχο και τους ζήτησε να παίξουν ζωντανά, καθώς οι εικόνες «έτρεχαν» την ίδια στιγμή. Χωρίς παρτιτούρες, χωρίς επίσημες ενορχηστρώσεις, αλλά με μοναδικά όπλα το ένστικτο και τον αυτοσχεδιασμό. Το αποτέλεσμα ήταν μια μουσική υπόκρουση που αναμείγνυε στοιχεία από gospel ύμνους, σε συνδυασμό με jazz και funk ρυθμούς, με ιδιαίτερες ηχητικές δυστονίες. Δεν θύμιζε τίποτα άλλο που είχε προηγηθεί επειδή -απλώς- δεν είχε σκοπό να θυμίζει κάτι άλλο εξαρχής. Ο Van Peebles δημιούργησε κάτι καινούργιο, αρνούμενος να ακολουθήσει οποιοδήποτε καθιερωμένο μοντέλο.
Η διαδικασία ήταν απλή και ξεκάθαρη -σχεδόν ωμή- όπως ακριβώς παρατηρούμε και σε άλλα στοιχεία της ταινίας. Ο Van Peebles περιέγραφε τι ήθελε για την κάθε σκηνή, με τη μπάντα να ανταποκρίνεται στις ανάγκες αυτές. Μερικές φορές, η επικοινωνία των δύο πλευρών ήταν τόσο άμεση, όπου η ζητούμενη σκηνή έβγαινε χωρίς να χρειαστεί παραπάνω από μια λήψη. Η απόρροια της «τελετουργίας» αυτής ήταν η δημιουργία ενός φρέσκου ήχου -ο οποίος, δεκαετίες αργότερα– θα αναγνωριζόταν ως προάγγελος της χρήσης sampling εργαλείων, που χρησιμοποιούνται σε εκτεταμένο βαθμό σήμερα.

Ο Van Peebles δεν είχε τα απαιτούμενα χρήματα για παραδοσιακή διαφήμιση. Η ταινία γυρίστηκε σε 19 μέρες -με πολύ περιορισμένο προϋπολογισμό- εν μέρει χρηματοδοτούμενη από ένα δάνειο 50.000 δολαρίων του Bill Cosby, με την προώθηση να εξακολουθεί να αποτελεί «όνειρο απατηλό». Έτσι ο Van Peebles έκανε κάτι που φαινόταν αρχικά τρελό και παράδοξο˙ κυκλοφόρησε το soundtrack προτού γίνει η επίσημη πρεμιέρα της ταινίας.
Μια τρομερά ρηξικέλευθη κίνηση, αφού ακόμα και οι σκηνοθέτες των περισσότερων μιούζικαλ της συγκεκριμένης εποχής, περίμεναν –τουλάχιστον- τρεις μήνες μετά την κυκλοφορία του έργου στις αίθουσες, προτού βγάλουν το μουσικό άλμπουμ. Όμως, ο Van Peebles φαίνεται πως καταλάβαινε κάτι, που ο περισσότερος κόσμος αγνοούσε˙ η μουσική ήταν το ιδανικό εργαλείο, για τη δημιουργία αγωνίας και προσμονής, εφόσον ένα soundtrack μπορούσε να λειτουργήσει ως διαφήμιση, από μόνο του.Τελικά –όπως αποδείχθηκε– η ιδέα του Van Peebles έπιασε τόπο. Το soundtrack έφτασε στο No. 13 του πίνακα Billboard Top R&B Albums, χωρίς να έχει ξεκινήσει ακόμα η πώληση των εισιτηρίων, για τις πρώτες προβολές. Μέχρι την ώρα που το Sweet Sweetback’s Baadasssss Song ξεκίνησε να προβάλλεται στις αίθουσες του Ντιτρόιτ και της Ατλάντα -των μοναδικών πόλεων, οι οποίες ήταν πρόθυμες να το προβάλουν- η μουσική είχε ήδη προετοιμάσει το κοινό για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει, στη μεγάλη οθόνη.

Αυτό που κάνει το soundtrack τόσο διακριτό –στην ολότητά του- είναι η άρνηση του να «συμμορφωθεί» με τους κανόνες. Ο Van Peebles δεν «μαλάκωσε» τις αιχμές για να καταστήσει τη μουσική του βιώσιμη και εμπορική. Έκλινε προς τη δυσαρμονία, προς την αδρότητα, προς ήχους που έκαναν τους θεατές να νιώθουν άβολα, κάτι το οποίο ήταν και ο βασικός σκοπός του, όπως είχε επισημάνει ο ίδιος από την αρχή.
Όταν το Sweet Sweetback’s Baadasssss Song έκανε πρεμιέρα, δημιούργησε πανικό. Το πρώτο βράδυ στο Ντιτρόιτ μάλιστα, διέλυσε το εισπρακτικό ρεκόρ της αίθουσας. Οι άνθρωποι επέστρεφαν τρεις και τέσσερις φορές μέσα στην ίδια μέρα, για να ξαναδούν την ταινία. Μέχρι τη δεύτερη εβδομάδα, η ταινία είχε συγκεντρώσει 70.000 δολάρια -μόνο στο Ντιτρόιτ– ενώ στη συνέχεια απέφερε πάνω από 15 εκατομμύρια δολάρια στο box office, το οποίο μέχρι και σήμερα φαντάζει ως ένα αστρονομικό ποσό, όταν αναφερόμαστε σε ανεξάρτητη παραγωγή, εν έτη 1971.
Οι MPAA της έδωσαν X rating. Ο Van Peebles, γνωστός πλέον για την «αλλιώτικη» ματιά του, το μετέτρεψε σε εργαλείο μάρκετινγκ: “Rated X by an all-white jury”. Ο Huey P. Newton (συν-ιδρυτής του Black Panther Party) αφιέρωσε ολόκληρο τεύχος του The Black Panther στην ταινία, χαρακτηρίζοντάς την ως “the first truly revolutionary Black film”, κάτι που την κατέστησε ως αναπόσπαστη κινηματογραφική επιλογή, για μέλη της οργάνωσης.Βέβαια, δεν τη γιόρτασαν όλοι, με τον ίδιο ένθερμο τρόπο. Ο Lerone Bennett Jr. -κοινωνικός ιστορικός και δημοσιογράφος- υπήρξε ιδιαίτερα επικριτικός, γράφοντας και δημοσιεύοντας ένα αιχμηρό άρθρο στο περιοδικό Ebony με τίτλο “The Emancipation Orgasm: Sweetback in Wonderland”, υποστηρίζοντας ότι η ταινία ρομαντικοποιεί τη φτώχεια -μεταξύ άλλων- ενώ ο ποιητής Haki Madhubuti την απέρριψε, χαρακτηρίζοντάς την ως “a limited, money-making, auto-biographical fantasy”.

Για τους Earth, Wind & Fire, το soundtrack της ταινίας αποτέλεσε ένα εξαιρετικό εργαλείο και ίσως σημείο αναφοράς, για τη μετέπειτα καριέρα τους. Από το να παλεύουν για να βγάλουν τα προς το ζην, η συμμετοχή τους –στη συγκεκριμένη παραγωγή– τους βοήθησε και έβαλε ένα σημαντικό λιθαράκι στη χάραξη μιας ανοδικής πορείας, ως ένα από τα πιο επιτυχημένα συγκροτήματα της δεκαετίας του ‘70. Συγκεκριμένα, η δουλειά που έκαναν με τον Van Peebles απέδειξε ότι μπορούσαν να διαχειριστούν σύνθετο υλικό, ότι ήταν -δηλαδή- κάτι πολύ περισσότερο από μια ακόμη soul μπάντα της εποχής.
Για τον κινηματογράφο, η ταινία απέδειξε ότι ανεξάρτητοι δημιουργοί –του μέχρι τότε περιθωρίου- μπορούσαν να ελέγξουν ολόκληρη την καλλιτεχνική διαδικασία -συγγραφή, σκηνοθεσία, παραγωγή, μουσική σύνθεση, μοντάζ- και παρ’ όλα αυτά να πετύχουν τεράστιο κέρδος και αναγνώριση. Ο Spike Lee έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι χωρίς το Sweet Sweetback’s Baadasssss Song, ταινίες όπως το She’s Gotta Have It δεν θα ήταν εφικτές.
Τέλος, η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, συμπεριέλαβε την ταινία -μεταξύ άλλων εξαιρετικών επιλογών των προηγούμενων δεκαετιών- στην ετήσια λίστα για το 2020, προς διατήρηση στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου, ως «πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική». Αυτή η αναγνώριση ήρθε σχεδόν πενήντα χρόνια αφότου ο Van Peebles γύρισε την ταινία κάτω από αντίξοες συνθήκες, αλλά με ένα όραμα που λύγιζε κάθε πιθανό εμπόδιο, στο διάβα του.
SUPER FLY (1972)
Όπως είδαμε και προηγουμένως, μερικές φορές ένα soundtrack ορίζει, αναδεικνύει και ίσως να καταλήγει να επισκιάζει μια ταινία. Όταν ο Gordon Parks Jr. γύρισε το Super Fly στους δρόμους της Νέας Υόρκης, έστρωσε το έδαφος ώστε ο Curtis Mayfield να αλλάξει εντελώς το DNA της κινηματογραφικής μουσικής.
Η ταινία ακολουθεί τον Youngblood Priest, έναν κομψό έμπορο κοκαΐνης που απεγνωσμένα θέλει να αφήσει πίσω του αυτή τη ζωή. Ενώ η υπόθεση προσφέρει γνώριμα στοιχεία εγκλήματος και λύτρωσης, ο πραγματικός παλμός προέρχεται από τη μουσική.

Μέχρι το 1972, ο Curtis Mayfield είχε ήδη καθιερωθεί ως μουσικός, χάρη στην καινοτομία και την ιδιαίτερη ικανότητα που κατείχε, γύρω από τη σύνθεση. Ακολουθώντας αρχικά σημαντική πορεία μιας δεκαετίας με τους The Impressions, είχε ήδη συνθέσει μουσική που συνόδευσε το κίνημα του blaxploitation, για τα πολιτικά δικαιώματα. Στο στούντιο, ο Mayfield έγραψε, παρήγαγε και ερμήνευσε το Super Fly ως concept album, ένα από τα πρώτα soul άλμπουμ που λειτούργησαν με αυτό τον τρόπο. Κάθε κομμάτι καθρέφτιζε την αφήγηση της ταινίας, αλλά πιο σημαντικά αντανακλούσε τους αγώνες των αμερικανικών αστικών περιοχών, που η ταινία μπορούσε μόνο να υπαινιχθεί. Τραγούδια όπως τα “Freddie’s Dead” και “Pusherman” έθεταν ωμά τις συνέπειες του εθισμού, της φτώχειας και της επιβίωσης, μέσω παράνομων δραστηριοτήτων. Οι στίχοι του Mayfield δεν εξωραΐζουν τον κόσμο του Priest˙ αντιθέτως τον κατηγορούν και τον κατακρίνουν, φωτίζοντας τόσο τη συστημική αδικία όσο και τις ατομικές επιλογές των εμπλεκόμενων ατόμων.
Οι ηχογραφήσεις έγιναν σε δύο φάσεις -πρώτα στη Νέα Υόρκη και μετά στο Σικάγο- όπου ο Mayfield συγκέντρωσε δεκάδες μουσικούς για να διοχετεύσουν την ακατέργαστη, ζωντανή ενέργεια τους. Η κιθάρα του Craig McMullen «κόβει» μέσα στο “Pusherman”, ενώ η φωνή του Mayfield -απαλή και σχεδόν ατάραχη- αφηγείται την τραγωδία, σα να θυμάται την ιστορία ενός γνώριμου προσώπου, ενός παιδικού φίλου. Ο Roger Anfinsen ανέλαβε την ηχοληψία του πρότζεκτ, τοποθετώντας έγχορδα και πνευστά πάνω σε κλασικά wah-wah εφέ και στακάτες μπασογραμμές. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός ηχητικού «υφαντού», πιθανώς πιο πλούσιου από την ίδια την ταινία.

Το άλμπουμ Super Fly κυκλοφόρησε ένα μήνα πριν η ταινία βγει στις αίθουσες, ξεπερνώντας το θόρυβο γύρω από την προβολή και χτίζοντας προσδοκίες ανάμεσα σε ακροατές, που αισθάνονταν αποκλεισμένοι και διψούσαν για εκπροσώπηση. Οι άνθρωποι τραγουδούσαν μαζί, πριν καν δουν την ιστορία να ξεδιπλώνεται. Το soundtrack του Mayfield σκαρφάλωσε στο No. 1 των R&B charts και διείσδυσε στην ευρύτερη pop συνείδηση, γεννώντας δύο singles με πωλήσεις πάνω από δύο εκατομμύρια. Τα τραγούδια μπήκαν σε άδειες αίθουσες και άφησαν ηχώ που θα κρατούσε δεκαετίες.
Ενώ η ταινία παρουσιάζει τον Priest ως κάποιον που ποθεί να ξεφύγει, ο Mayfield χρησιμοποίησε κάθε νότα για να αμφισβητήσει την ίδια την απόδραση. “You know it’s hard to understand / What a man goes through…” τραγουδά ο ίδιος. Όμως η πρόκληση δεν απευθύνεται μόνο στον Priest˙ στοχεύει προς μια χώρα που ακόμη μαθαίνει το κόστος των δικών της ανισοτήτων.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, φαίνεται πως είναι ελάχιστες οι κυκλοφορίες του blaxploitation κινηματογράφου, οι οποίες «ισοφάρισαν» την επιρροή ή την καλλιτεχνική αξία του Super Fly. Η επιτυχία του soundtrack έδωσε στους σκηνοθέτες την άδεια να αντιμετωπίζουν τη μουσική ως βασικό συστατικό της ταινίας, όπως γινόταν με τον διάλογο και την πλοκή˙ ενδεχομένως και πιο ισχυρό από τα δύο τελευταία, σε ορισμένες περιπτώσεις.
Τα τραγούδια του άλμπουμ έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στη διαμόρφωση της πορείας της soul, της funk και της R&B μουσικής, ενώ παράλληλα χρωμάτισαν τις πρώιμες τάσεις του hip-hop. Το έργο του Mayfield έβαζε την πραγματικότητα σε κάθε στίχο˙ εθισμός, διαφθορά, παροδική ελπίδα. Το Rolling Stone, το NPR και αναρίθμητες επανεκτιμήσεις και κριτικές, εξακολουθούν να το κατατάσσουν ανάμεσα στα σπουδαιότερα soundtrack άλμπουμ που έχουν ηχογραφηθεί ποτέ.
Ο Gordon Parks Jr. μπορεί να έδωσε στην ταινία οπτική αυθεντικότητα, αλλά ο Curtis Mayfield ήταν αυτός που μετέτρεψε το Super Fly σε ένα αθάνατο έργο. Ο κόσμος ταρακουνήθηκε, και όλοι άκουσαν όσα έπρεπε να είχαν ακούσει εδώ και καιρό, μαζεμένα σε ένα σημείο.
HONORABLE MENTIONS… ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ)
- Across 110th Street (1972 ) – Σκηνοθεσία Barry Shear
- The Harder They Come (1972 ) – Σκηνοθεσία Perry Henzell
- Blacula (1972 ) – Σκηνοθεσία William Crain
- Cool Breeze (1972 ) – Σκηνοθεσία Barry Pollack
- The Mack (1973 ) – Σκηνοθεσία Michael Campus
- Cleopatra Jones (1973 ) – Σκηνοθεσία Jack Starrett
- The Spook Who Sat by the Door (1973 ) – Σκηνοθεσία Ivan Dixon
- Slaughter’s Big Rip-Off (1973 ) – Σκηνοθεσία Gordon Douglass
- Willie Dynamite (1973 ) – Σκηνοθεσία Gilbert Moses
- Foxy Brown (1974 ) – Σκηνοθεσία Jack Hill
Σημείωση: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.
Δημοσιεύθηκε στις 15/2/2026