ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ CHARLIE KAUFMAN
των Βασίλη Κολοβελώνη, Άννι Ξ., Αχιλλέα Τουτουδάκη
Σχέδιο Εξωφύλλου: Ανδρέας Τσέτης
Μια Μαρτυρία από την Πρεμιέρα
Είναι σίγουρα πολύ συγκινητικό να παρακολουθείς την πρεμιέρα κάποιας πολυαναμενόμενης ταινίας, ιδίως όταν στην ίδια αίθουσα βρίσκονται τόσο οι θεατές, όσο και οι συντελεστές. Αυτό το συναίσθημα είχα όταν στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, είδα την πρεμιέρα της ταινίας How to Shoot a Ghost, σε σκηνοθεσία του Charlie Kaufman, με τον ίδιο και άλλους συντελεστές παρόντες.
Προσωπικά, μόλις έμαθα για την προβολή της ταινίας ενθουσιάστηκα, καθώς ο Charlie Kaufman είναι από τους σκηνοθέτες και σεναριογράφους που πραγματικά θαυμάζω, ενώ δεν περίμενα πως θα έχω την ευκαιρία να τον συναντήσω και να βρεθώ μαζί του, στην ίδια αίθουσα. Η πρώτη του ταινία που είδα, όταν ήμουν ακόμη έφηβος -στην οποία έχει συγγράψει το σενάριο- ήταν το Eternal Sunshine of a Spotless Mind και με είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ -από την πρώτη κιόλας θέαση- που ακόμη και τώρα την κατατάσσω στις αγαπημένες μου ταινίες. Συνεπώς, νομίζω πως ο ενθουσιασμός μου γίνεται εύκολα αντιληπτός.

Όσον αφορά το How to Shoot a Ghost είναι η πιο διαφορετική ταινία που έχει σκηνοθετήσει μέχρι τώρα. Αυτό οφείλεται -εν μέρη- στο σενάριο της Eva H.D. το οποίο έχει αφήγηση που προσομοιάζει περισσότερο σε στοιχεία ποίησης παρά σε διαλόγου. Το δεύτερο διαφοροποιητικό στοιχείο είναι πως η ταινία διαδραματίζεται στην Αθήνα, ενώ απεικονίζει πολλά κεντρικά σημεία της πόλης, στα οποία εμφανίζονται σαν φαντάσματα πολλές προσωπικότητες, βγαλμένες από διαφορετικά ιστορικά γεγονότα, που σημάδεψαν την πόλη.

Ο πρωταγωνιστικός ρόλος που υποδύεται η Jessie Buckley (I‘m Thinking of Ending Things, Hamnet) είναι ουσιαστικά η ξεναγός στην πόλη. Οι σκηνές της συνοδεύονται με μία ιδιαίτερα ποιητική αφήγηση, που την ακολουθεί σε όλες τις τοποθεσίες όπου βρίσκεται ο χαρακτήρας τον οποίο υποδύεται, από νεκροταφεία μέχρι πάρτι. Σε αυτή την περιήγηση, συναντάει σημαντικές προσωπικότητες και αναβιώνει κομβικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας.
Ο χαρακτήρας του συμπρωταγωνιστή της, τον οποίο υποδύεται ο Josef Akiki, μοιάζει σα να βγήκε από ταινία νουάρ, καθώς οι περισσότερες σκηνές του έχουν ακριβώς την αισθητική που θα περίμενε κανείς από μια αστυνομική ταινία.
– Αχιλλέας
Το Παλίμψηστο ως Κινηματογραφικό Εργαλείο
Το παλίμψηστο ορίζεται ως αρχαίο χειρόγραφο/υλικό, όπου το αρχικό κείμενο ξύστηκε για να γραφτεί πάνω του άλλο. Ο ίδιος όρος μπορεί να μεταφερθεί στην αρχιτεκτονική της πόλης˙ ο αστικός χώρος μεταβάλλεται, αναπτύσσεται, «ξαναγράφεται», ανά τα χρόνια, χωρίς να εξαλείφονται πλήρως οι προγενέστερες εγγραφές.
Ειδικά, στην περίπτωση της Αθήνας, όλες αυτές οι διαφορετικές χρονικές διαστρωματώσεις, που συνυπάρχουν ταυτόχρονα, εμφανίζονται με έναν τρόπο έντονο, αλλά και καθημερινό. Στο ιστορικό κέντρο, για παράδειγμα, η κλασική και ρωμαϊκή αρχαιότητα γειτνιάζει με βυζαντινά και οθωμανικά κατάλοιπα, ενώ σε μεγαλύτερη ακτίνα εμφανίζεται το νεοκλασικό στρώμα του 19ου αιώνα και το πιο μεταπολεμικό στρώμα της αντιπαροχής, που διαμόρφωσε τη σύγχρονη εικόνα της πόλης. Η συνύπαρξη αυτή δεν αφορά μόνο μνημειακούς θύλακες, αλλά εγγράφεται στον ενεργό ιστό μέσω της καθημερινής χρήσης και της γειτνίασης ετεροχρονικών μορφών.

Στην ταινία του Charlie Kaufman, How to Shoot a Ghost -γυρισμένη εξ ολοκλήρου στην Αθήνα- αποδίδεται και αυτή η παλιμψηστική δομή. Με εικόνες γνώριμες στο αθηναϊκό κοινό, οι πρωταγωνιστές περιφέρονται, συγκροτώντας το προφίλ μιας πόλης-αρχείου, όπου το παρόν δεν εμφανίζεται ως ενιαία χρονική επιφάνεια, αλλά ως χώρος διασταύρωσης. Η περιπλάνηση, μέσα από τις στάσεις και τις συναντήσεις, λειτουργεί ως πεδίο ανάγνωσης της πόλης, όπου ενεργοποιείται ένα διαφορετικό στρώμα μνήμης, υλικότητας ή αναπαράστασης. Η απόδοση αυτή γίνεται μέσω της συλλογιστικής του μοντάζ˙ το αρχειακό υλικό, οι φωτογραφίες και οι ήχοι, λειτουργούν ως ισότιμα επίπεδα του αστικού χώρου, σαν να συνιστούν κι αυτά αρχιτεκτονική ύλη. Έτσι, τα «φαντάσματα» αντί να αποτελούν υπερφυσικό στοιχείο, μοιάζουν περισσότερο με τη μεταφορά αστικής μνήμης. Τα θραύσματα των εικόνων και τα ηχητικά ίχνη λειτουργούν ως αλληλο-διεισδύσεις του παρελθόντος στο παρόν.

“Her face obscured in shadow, a woman, the poet, Eva HD, takes a photograph. Cut to words on the screen, a quote from another poet, Toni Morrison: «At some point in life the world’s beauty becomes enough. You don’t need to photograph, paint or even remember it. It is enough».”
Το παραπάνω απόσπασμα λειτουργεί και ως σχόλιο στην ίδια την επιθυμία αρχειοθέτησης που διατρέχει την ταινία, θέτοντας την έννοια της φωτογραφίας ως ερώτημα για το τι σημαίνει να θυμάται κανείς. Έχει αναφερθεί σε συνεντεύξεις, ότι η αφετηρία του έργου συνδέθηκε με φωτογραφίες της Αθήνας.

Μέσω του χαρακτήρα της Jessie Buckley και των polaroid που τραβά, οργανώνεται ένα παράδοξο, ανάμεσα στην αρχειοθέτηση και την αποδοχή του εφήμερου. Στη μεταιχμιακή κατάσταση που βρίσκεται, η φωτογράφιση δύναται να ερμηνευθεί ως προσπάθεια διάσωσης ιχνών που απειλούνται με απώλεια, συγκροτώντας ένα προσωπικό αρχείο των διαστρωματώσεων που μπορεί να έχει η πόλη.
Με αυτή την έννοια, ο Kaufman φαίνεται να χρησιμοποιεί το παλίμψηστο, σκηνοθετώντας το κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η φωτογραφική πρακτική και η μορφή του εργαλείου να συμπίπτουν.
– Άννι
Μέσα στο Μυαλό του Charlie Kaufman
Μια μέρα μετά την πρεμιέρα του How to Shoot a Ghost, η στέγη Ωνάση φιλοξένησε ξανά τους Charlie Kaufman και Eva H.D. Αυτή τη φορά, οι συν-δημιουργοί της ταινίας ήταν εκεί για να παραδώσουν ένα masterclass με τίτλο “Moving Pictures: The Poetry of Cinema & Vice Versa”. Μπαίνοντας στην αίθουσα, οι καλλιτέχνες μάς προσκάλεσαν να καθίσουμε στις πρώτες σειρές ώστε να δημιουργηθεί μια ζεστή και οικεία ατμόσφαιρα. Εδραιώθηκε έτσι ένα φιλόξενο κλίμα, με τους Kaufman και H.D. να μιλάνε ελεύθερα, διατηρώντας τον ίδιο χαλαρό και ανάλαφρο τόνο που είχαν και στο Q&A της πρεμιέρας, χωρίς όμως να υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα των λεγομένων τους, όπου αυτό ήταν απαραίτητο.

Η Eva H.D. άνοιξε το masterclass απαγγέλλοντας το ποίημα “Power” της Adrienne Rich. Το ποίημα αυτό μιλάει για την πηγή της δύναμης της Μαρί Κιουρί -τη ραδιενέργεια με την οποία πειραματιζόταν- η οποία ήταν και η πηγή των πληγών της. Οι δύο καλλιτέχνες εξήγησαν πως ταυτίζονται με αυτό το ποίημα, ξεκινώντας έτσι μια συζήτηση για την εξερεύνηση της σχέσης του πόνου με την τέχνη, και τα τραύματα ως πηγή έμπνευσης. Ο Kaufman μίλησε για το πώς επώδυνα βιώματά του, όπως το άγχος, ο φόβος και οι ανασφάλειές του, είναι αυτά που τροφοδοτούν τη δουλειά του. Παράλληλα όμως, η έκφραση αυτών μέσω της τέχνης έχει και μια καθαρτική δύναμη. «Ποιος είναι ο ρόλος της ψυχοθεραπείας τότε;» αναρωτήθηκε η Eva H.D.. Ο Kaufman κατέληξε πως η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει κάποιον να βρει τις ρίζες των προβλημάτων του, εξαρτάται όμως από τον καθένα το πώς θα τα αντιμετωπίσει.

Η θεματική του masterclass επανήλθε στο προσκήνιο όταν η Eva H.D. διάβασε άλλο ένα ποίημα, αυτή τη φορά γραμμένο από τον ίδιο τον Charlie Kaufman. Δουλεύοντας το σενάριο για την κινηματογραφική μεταφορά του I’m Thinking of Ending Things, ο Kaufman είχε φτάσει σε ένα δημιουργικό αδιέξοδο και η Eva του πρότεινε ως εξάσκηση να προσπαθήσει να συνοψίσει το έργο του σε ένα haiku. Έτσι, ο Kaufman κατέληξε με το «Μέσα απ’ τα μάτια μιας αγνώστου κρίνω τον εαυτό μου, επειδή την αγαπώ». Όπως ανέφερε, η διαδικασία αυτή τον βοήθησε να αφήσει πίσω οτιδήποτε περιττό και να εστιάσει στο τι είναι σημαντικό για την ιστορία που θέλει να αφηγηθεί.
Πέρα από τη σχέση της ποίησης με τον κινηματογράφο, η συζήτηση δεν άργησε να επεκταθεί και σε διάφορα σύγχρονα θέματα. Κάποια στιγμή έφτασε στην τρέχουσα κατάσταση της κινηματογραφικής βιομηχανίας του Hollywood, όπου πλέον δεν υπάρχει χώρος για λεπτότητα. Οι χαρακτήρες πρέπει να εξηγούν τη θεματική της ταινίας μέσα από τον διάλογο και να επαναλαμβάνονται συνεχώς, σε περίπτωση που οι θεατές δεν προσέχουν.

Όπως είναι φυσικό, γρήγορα άνοιξε διάλογος και για την τεχνητή νοημοσύνη. Ο Kaufman παραδέχθηκε πως η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μιμηθεί πειστικά έναν άνθρωπο, γι’ αυτό και πολλά άτομα απευθύνονται σε αυτήν για συντροφιά. Αν το Being John Malkovich γραφόταν σήμερα, δεν θα ήταν διόλου απίθανο ο χαρακτήρας της Lotte να είχε φτιάξει μια οικογένεια από chatbots αντί για κατοικίδια. Συγκρίνοντας όμως έναν πίθηκο με ένα chatbot, ο σεναριογράφος κατέληξε πως ένας πίθηκος θα μπορούσε να κάνει αυθεντικό σινεμά ενώ ένα μηχάνημα όχι. Παρά την έλλειψη ανθρώπινης νοημοσύνης, ένα ζώο έχει βιώματα, από τα οποία μπορεί να αντλήσει κάποια μορφή ειλικρίνειας.
Κάπως έτσι κινήθηκε το masterclass, με τις συζητήσεις να κυλάνε σε σκέψεις ποιητικές, ειλικρινείς και πάνω απ’ όλα ανθρώπινες. Μπορεί στο επίκεντρο να μην βρισκόταν το τεχνικό κομμάτι, το να ανοίγει όμως -έστω και για δύο ώρες- μια μικρή πόρτα στο μυαλό δύο σπουδαίων δημιουργών είναι πολυτιμότερο από οποιαδήποτε τεχνική γνώση.
– Βασίλης
Σημείωση: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.
Δημοσιεύθηκε στις 11/3/2026