ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΣΕ ΠΡΟΧΕΙΡΗ ΛΙΣΤΑ [2/2]
του Γιώργου Βασιλόπουλου
Σχέδιο Εξωφύλλου: Ανδρέας Τσέτης
A CLOCKWORK ORANGE (1971)
Αν υπάρχει μια ταινία που υπογραμμίζει -με τον πιο στοχευμένο τρόπο- την αμφισημία ανάμεσα στην τέχνη και την ηθική, αυτή είναι για μένα το “A Clockwork Orange”. Το έργο του Stanley Kubrick, πέρα από μια αφηγηματική μεταφορά του μυθιστορήματος του Anthony Burgess, είναι και μια κινηματογραφική «επιχείρηση» που προκαλεί και διαταράσσει τους θεατές, καθ’ όλη τη διάρκεια της. Ως θεατής που επιστρέφει συνεχώς σε αυτήν, η ταινία φαίνεται να αντανακλά τα πιο σκοτεινά ένστικτα του πολιτισμού μας, ενώ ταυτόχρονα μας αναγκάζει να δούμε πόσο εύκολα τα ίδια μας τα ιδανικά -ασφάλεια, τάξη, συμμόρφωση- μπορούν να γίνουν όργανα καταπίεσης.
Κεντρικός άξονας της ταινίας είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία και την κοινωνική εξουσία. Ο Alex DeLarge (Malcolm McDowell) είναι όντως μια ενσάρκωση του χάους. Χαρισματικός και καλλιεργημένος, αλλά συνάμα εξαιρετικά βίαιος και αδίστακτος. Αυτό το αισθητικό παιχνίδισμα δημιουργεί μια δυσάρεστη αντίφαση, η οποία μας βρίσκει να «απολαμβάνουμε» την όψη ενώ ταυτόχρονα καταδικάζουμε το υποκείμενο. Αυτό το αίσθημα ενοχής της απόλαυσης είναι ίσως το πρώτο ηθικό πείραμα της ταινίας.

Η μεταμόρφωση του Alex, μέσω της τεχνικής Ludovico, είναι το ηθικό και φιλοσοφικό ζήτημα στο κέντρο, καθώς τίθεται το ερώτημα σχετικά με το εάν μια κοινωνία μπορεί να εξαλείψει το κακό, μέσω της εξαναγκαστικής αποστροφής του. Εδώ η ερώτηση παίρνει πρακτική υπόσταση. Η τεχνική Ludovico αποδεικνύει ότι η ηθική «πυξίδα» ενός ατόμου δεν είναι μηχανικά επιβαλλόμενη, εφόσον αφαιρώντας την ικανότητα επιλογής, αφαιρείς και ένα τεράστιο ποσοστό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο Alex, πλέον ανίκανος να πράξει με βάση τα δικά του κριτήρια, μετατρέπεται πλέον σε ένα «καλοκουρδισμένο» πειραματόζωο, το οποίο λειτουργεί με προκαθορισμένο τρόπο. Σε εκείνο λοιπόν το σημείο, συναντάμε και τη μεγαλύτερη ειρωνεία της ταινίας. Η κοινωνία που φοβάται την ανεξέλεγκτη βία, επιλέγει έναν τρόπο να εξαλείψει την ελευθερία συνολικά, αντί να στραφεί στην αντιμετώπιση των κακοποιητικών στοιχείων του πρωταγωνιστή. Με τον τρόπο αυτό, ο σκηνοθέτης αναγκάζει τον θεατή να αναλογιστεί τι είναι προτιμότερο και πώς μπορεί να βρεθεί η «χρυσή τομή», για την εξομάλυνση του συγκεκριμένου ζητήματος.
Αισθητικά, η ταινία αποτελεί άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του σκηνοθετικού οράματος του Stanley Kubrick. Η φωτογραφία, η γεωμετρία των χώρων, τα κοντινά πλάνα στο πρόσωπο του Alex και των υπόλοιπων συνπρωταγωνιστών του, λειτουργούν ως εργαλεία, τα οποία «παίζουν» διαρκώς με την ψυχολογία του θεατή. Η χρήση μουσικής, μέσα από τις παραμορφώσεις, δημιουργεί ένα διπλό επίπεδο, το οποίο μπορεί να ακούγεται μεν όμορφα και γαλήνια, αλλά στιγματίζει δε την υπαρξιακή τραγικότητα του ήρωα. Τα κοστούμια και τα σκηνικά λειτουργούν σαν μια παραμόρφωση της σύγχρονης κοινωνίας, με το περιβάλλον και τους ανθρώπους να είναι από τη μια πλευρά οικείοι αλλά από την άλλη ιδιαίτερα απωθητικοί.

Επίσης, σημαντικό σημείο για να καταλάβουμε καλύτερα την ταινία, είναι και η ψυχοσύνθεση του Alex, ο οποίος παρουσιάζεται ιδιότροπος, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Είναι αντιπαθητικός και ταυτόχρονα γοητευτικός, καθώς γίνεται θύτης και αργότερα θύμα. Ο Kubrick αποφεύγει κάθε μονοδιάστατη ψυχολογική εξήγηση για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή. Δεν μας δίνει οικογενειακό παρελθόν που να δικαιολογεί τη βία, δεν ηθικολογεί αλλά προτιμάει την «κλινική» παρατήρηση. Αυτό το στυλ αφήνει χώρο στον θεατή να προβληματιστεί για την αιτιότητα της βίας και για την ευθύνη του ατόμου, έναντι του κοινωνικού συνόλου. Η αστάθεια του Alex -η ανάγκη του για ηδονή, για κυριαρχία, αλλά και για αναγνώριση- τον καθιστά τραγικό πρόσωπο, καθώς καταλήγει να χαρακτηρίζεται ως ένα «καινοτόμο, ανθρώπινο πείραμα».Είναι βέβαιο πως η ταινία παραμένει απόλυτα επίκαιρη, μέχρι και σήμερα. Σε μια εποχή όπου η ασφάλεια χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την περιοριστική νομοθεσία και η τεχνολογία υπόσχεται «βελτιώσεις» της ανθρώπινης φύσης, το “A Clockwork Orange” δύναται να λειτουργήσει και ως μια στοχευμένη προειδοποίηση. Οποιαδήποτε ριζική παρέμβαση στην ανθρώπινη βούληση, κουβαλάει το ρίσκο της απώλειας του ίδιου του ανθρώπινου νου. Ο Kubrick αφήνει τον προβληματισμό ανοικτό και αυτό είναι εν τέλει η ηθική του τόλμη.

Μέσω του “A Clockwork Orange”,ο Kubrick ανέδειξε την ικανότητα του να μετατρέπει προκλητικό πρωτογενές υλικό σε βαθυστόχαστο κοινωνικό σχόλιο. Η ταινία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με την οικογένεια του σκηνοθέτη να δέχεται ακραίες απειλές, ενώ όταν ήρθαν στο φως και άλλες αναφορές για εγκλήματα που υποτίθεται ότι είχαν ως έμπνευση την ταινία, ο Kubrick πήρε την πρωτοφανή απόφαση να την αποσύρει από την κυκλοφορία στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου παρέμεινε μη διαθέσιμη για δεκαετίες, έως και μετά τον θάνατό του.
Η διαμάχη που προέκυψε δεν οφειλόταν μόνο στο βίαιο περιεχόμενο, αλλά και στην περίπλοκη απεικόνιση του πρωταγωνιστή. Όπως εξήγησε ο Kubrick σε συνεντεύξεις του, ο Alex αντιπροσωπεύει «την ίδια την προσωποποίηση του κακού», αλλά ταυτόχρονα διαθέτει τόσο γοητευτικά και εν μέρη αθώα χαρακτηριστικά, που το κοινό δεν μπορεί να τον απορρίψει ολοκληρωτικά. Αυτή η ηθική ασάφεια αναγκάζει τους θεατές να έρθουν αντιμέτωποι με τις πιο δυσάρεστες πτυχές της ανθρώπινης φύσης, αμφισβητώντας τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί καλού και κακού.
Κλείνοντας, πρόκειται για μια ταινία που σε αναγκάζει να «κοιτάξεις» βαθιά μέσα σου. Αποτελεί ένα κομμάτι τέχνης που δεν περιορίζεται στην τεχνική αρτιότητα -αν και αυτή είναι αδιαμφισβήτητη- αλλά επεκτείνεται σε μια βαθιά φιλοσοφική διερεύνηση. Ως ένας άνθρωπος που θεωρεί τον Stanley Kubrick αγαπημένο σκηνοθέτη και το “A Clockwork Orange” αγαπημένη ταινία, η εμπειρία είναι διττή. Απολαυστική ως καθαρή κινηματογραφική πράξη και βασανιστική ως ηθικό ερώτημα.
VANISHING POINT (1971)
Ένα ακόμα road movie; Άλλη μια ταινία καταδίωξης; Ή μήπως η ιστορία ενός ανθρώπου που προτιμά να ρισκάρει τη ζωή του παρά να χάσει την ελευθερία του; Το “Vanishing Point” του Richard C. Sarafian, με τον Barry Newman στον ρόλο του Kowalski, σίγουρα δεν δίνει εύκολες απαντήσεις και ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο βαθιά προσωπική.
Η ταινία ξεκινά από την τελική σεκάνς και μετά ξετυλίγει το κουβάρι της σε χρονολογική σειρά, με μικρά flashbacks καθ’ όλη τη ροή της ιστορίας. Σε μια πρώτη εικόνα, καπελοφορεμένοι πολίτες παρακολουθούν μηχανήματα ανασκαφής που, αντί να επιτελούν τον αρχικό τους σκοπό, γίνονται παγίδα για τον Kowalski, λειτουργώντας κατά κάποιο τρόπο και ως σύμβολο της κοινωνίας που επιχειρεί να εγκλωβίσει το όραμα του πρωταγωνιστή για απόλυτη ελευθερία. Ο Kowalski, πρώην οδηγός πίστας και αστυνομικός ο οποίος πλέον «βγάζει το ψωμί του» ως διανομέας αυτοκινήτων, ξεκινάει με μια λευκή Dodge Challenger του ’70 από το Ντένβερ με τελικό προορισμό την Καλιφόρνια. Από τα πρώτα λεπτά, καταλαβαίνουμε πως δεν θα έχουμε πολλές λεπτομέρειες για το παρελθόν του ήρωα -καθώς η ταινία προτιμά να αφήνει κενά που καλούμαστε να συμπληρώσουμε- και αυτό το σιωπηλό μυστήριο αποτελεί σημαντικό μέρος του χαρακτήρα του.

Η ψυχοσύνθεσή του σχηματίζεται μέσα από μικρές κινήσεις. Σπάνια μιλάει, αλλά κάθε πράξη του φωνάζει αντίσταση στους κανόνες. Βλέπεις έναν άντρα που δεν χωράει στο σύστημα. Δεν είναι επαναστάτης βάσει κάποιας συγκεκριμένης ιδεολογίας, ούτε κάποιος διαβρωμένος εγκληματίας. Είναι κάποιος που ριψοκινδυνεύει, που δοκιμάζει τα όρια, πιθανόν κυνηγημένος από τύψεις και μνήμες από την εποχή της πίστας, όπου τα θανατηφόρα ατυχήματα ήταν καθημερινό θέαμα. Όταν συγκρούεται με άλλους οδηγούς ή με την αστυνομία, σταματάει για να ελέγξει ότι δεν έχουν τραυματιστεί σοβαρά -μια μικρή, ανθρώπινη χειρονομία που υποδεικνύει ενοχή και συνείδηση. Αυτή η περιφρονητική αξιοπρέπεια, η ανάγκη δηλαδή να παραμείνει αφέντης της μοίρας του, ορίζεται ως η κεντρική ηθική γραμμή της ταινίας.
Οι άνθρωποι που τον κυνηγούν δεν είναι μονοδιάστατοι. Προσπαθούν να περιχαρακώσουν το απρόβλεπτο, να το μετατρέψουν σε στοιχείο το οποίο θα χαρακτηρίζεται από την απόλυτη πειθαρχία. Πολλές φορές νιώθεις ότι είναι περισσότερο ανήσυχοι και αμήχανοι παρά κακεντρεχείς, με την εικόνα της πολύωρης καταδίωξης να μετατρέπεται σε θεαματική τηλεοπτική παραγωγή, όπου το κοινό παρακολουθεί και σχολιάζει, χωρίς να θέλει να καταλάβει τον άνθρωπο μέσα στο αυτοκίνητο.

Αντίθετα, οι υποστηρικτές του Kowalski μπορεί να είναι αποσπασματικοί αλλά σίγουρα δεν φαίνονται ασήμαντοι. Ο Super Soul (Cleavon Little), ο τυφλός ραδιοφωνικός παραγωγός, είναι εκείνος που γίνεται η φωνή που καταλαβαίνει, που κατανοεί την σκέψη του, επικυρώνοντας με έναν τρόπο την πορεία του. Ο ηχολήπτης του Super Soul (John Amos), που ξυλοκοπείται αγρίως όπως ακριβώς και ο συνεργάτης του, από εξαγριωμένους ντόπιους, δείχνει πόσο αιματηρή μπορεί να γίνει η υπεράσπιση της ελευθερίας. Άλλες φιγούρες -όπως ο Angel (Timothy Scott), ο μηχανόβιος που συναντά προς το τέλος της πορείας του στον δρόμο και η σύντροφος του (Gilda Texter)- λειτουργούν σαν στιγμιαίες αντανακλάσεις της ανάγκης του πρωταγωνιστή για σύνδεση και κατανόηση. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με την παράξενη γυναίκα που συναντάει το βράδυ στην Καλιφόρνια (Charlotte Rampling), η οποία γίνεται «καπνός» το επόμενο πρωί. Μπορεί να είναι είτε πραγματική είτε προϊόν φαντασίας του κουρασμένου Kowalski, αλλά σίγουρα η αμφιβολία και οι αναπάντητες ερωτήσεις αυξάνουν το μυστήριο.
Άλλες κρίσιμες σκηνές που αποκαλύπτουν πλευρές του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή είναι αδιαμφισβήτητα οι σκηνές των flashbacks, που μας δίνουν μια καλύτερη εικόνα για την πρώιμη ζωή του, η κάπως αμήχανη αλλά σίγουρα αποτυχημένη απόπειρα ληστείας στο δρόμο, όπως και η αναγνώριση του γηραιού άντρα της ερήμου ως είδωλο του μελλοντικού του εαυτού. Επίσης, η σκηνή όπου παρουσιάζεται το νέο όνομα του ραδιοφωνικού σταθμού -από “KOW” σε “Kowalski”- και η αφιέρωση του Super Soul είναι μια όμορφη χειρονομία, που δίνει στον ήρωά μας μια δημόσια ταυτότητα, έστω και προσωρινή. Και φυσικά, το χαμόγελο και η λάμψη στο πρόσωπό του καθώς προετοιμάζεται για τη μοιραία σύγκρουση. Αυτό το πικρό, αλλά συνάμα «γεμάτο» βλέμμα, είναι η στιγμή που αποτυπώνει την ουσία. Η επιλογή της μάταιης «βουτιάς» για αδρεναλίνη αντί του συμβιβασμού.

Αυτό που με συγκλονίζει κάθε φορά στη συγκεκριμένη ταινία είναι η απλότητα της ηθικής πρότασης που παρουσιάζεται. Η ταινία δεν εξιδανικεύει τη βία, ούτε την καταδικάζει επιφανειακά. Παρακολουθεί με τρυφερότητα και ωμό ρεαλισμό την πράξη ενός ανθρώπου που αντιδρά στο αδιέξοδο -με μια κίνηση οριακή και θεαματική- και δείχνει πώς η κοινωνία απαντά σε αυτή την πρόκληση.
Στο τέλος, για μένα, το “Vanishing Point” παραμένει λιτό, περιεκτικό και πολύ αληθινό. Είναι μια ταινία που έχει τη δύναμη να σε κάνει να νιώσεις τον άνεμο στο πρόσωπο του Kowalski, την κόπωση στα χέρια του και την αποφασιστικότητα στην ψυχή του. Εδώ υπάρχει ένας άντρας που αρνείται να γίνει «έπιπλο» ενός αλλουνού σχεδίου. Και αυτή η άρνηση, ακόμα κι αν είναι εξαρχής καταδικασμένη, παραμένει αξιοπρεπής.
Υ.Γ. Εάν δεν έχετε παρακολουθήσει την ταινία, αλλά είστε fan των Audioslave, μπορείτε να φέρετε στη μνήμη σας το video clip για το τραγούδι “Show Me How To Live”, προερχόμενο από τον πρώτο, ομότιτλο δίσκο του συγκροτήματος. Στο εν λόγω video clip, η μπάντα «ντουμπλάρει» ουσιαστικά τον Barry Newman, μέσα στην Dodge Challenger, διαγράφοντας την ίδια ξέφρενη πορεία, μέσα από τις σκηνές της ταινίας του Richard C. Sarafian.
NO COUNTRY FOR OLD MEN (2007)
Για το κλείσιμο του αφιερώματος και για να βάλω πλέον τη πρόχειρη αυτή λίστα πίσω στην τσέπη, αποφάσισα να συμπεριλάβω το εξαιρετικό “No Country for Old Men” των επίσης εξαιρετικών αδερφών Coen.
Η ταινία αποτελεί μια πιστά προσαρμοσμένη μεταφορά από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Cormac McCarthy του 2005 -συχνά αποκαλούμενο και «παιδικό» με την επιφανειακή έννοια ότι είναι από τα πιο εύκολα βιβλία του συγγραφέα- η ταινία σηματοδοτεί άλλο ένα βροντερό παράδειγμα του σκηνοθετικού ντουέτου, στο ύφος της χρυσής τους εποχής.Το “No Country for Old Men” για σχεδόν ολόκληρες τις δύο ώρες της διάρκειάς του, είναι ένα ταξίδι μέσα από την κόλαση επί της γης, με έναν αδύναμο άνθρωπο του καλού αντιμέτωπο με μια δύναμη ακατανόητου κακού και ένα βαθιά αμφιλεγόμενο πρόσωπο στο κέντρο, για να συμπληρωθεί η βασική τριπλέτα των χαρακτήρων. Η ιστορία ακολουθεί τον Llewelyn Moss (Josh Brolin), που βρίσκει μια τσάντα με δύο εκατομμύρια δολάρια στα αιματοβαμμένα απομεινάρια μιας αποτυχημένης επιχείρησης διακίνησης ναρκωτικών, τον ψυχοπαθή Anton Chigurh (Javier Bardem), επιφορτισμένο να ανακτήσει τα χρήματα και τον γερασμένο σερίφη Ed Tom Bell (Tommy Lee Jones), που προσπαθεί να συναντήσει και τους δύο, προτού το αποτύπωμα των πτωμάτων που αφήνουν στο διάβα τους γίνει ακόμα μεγαλύτερο.

Σίγουρα, η ιστορία έχει μια πολύ καλή αφήγηση, είναι τόσο κοντά -σχεδόν ταυτόσημη- με το μυθιστόρημα, που δεν είναι δίκαιο να αποδώσω στην ταινία ως ταινία την ηθική και θεματική ανάπτυξη της πλοκής. Ούτως ή άλλως, είναι κάτι το οποίο είναι ήδη ευρέως γνωστό και χιλιο-ειπωμένο από πολλούς. Ωστόσο, οι λίγες αλλαγές που έχουν γίνει στον τρόπο αφήγησης είναι προσεκτικά επιλεγμένες και την κάνουν πιο κινηματογραφική· δηλαδή, η αφήγηση του βιβλίου είναι εξαιρετική για βιβλίο, και εκεί που η ταινία διαφέρει -κυρίως στο περιεκτικό φινάλε- αποδεικνύεται ιδανική για σινεμά.
Όχι, αντί να αναφερθώ στους λόγους που μιλάμε για μια τρομακτικά αποτελεσματική ιστορία, σχετικά με τον φόβο του θανάτου, τον φόβο της απαξίωσης και για το πώς αυτοί οι φόβοι συγχωνεύονται, θα προτιμούσα -και όταν λέω προτιμώ εννοώ θα εξυμνήσω ως μεγάλος φαν- να αναφερθώ στην «κατασκευή» του έργου. Ως θεατής, τελικά, είμαι ένας αμετανόητος φορμαλιστής, ενώ οι Coen για μένα είναι ανάμεσα στους σημαντικότερους μορφολογικούς σκηνοθέτες που έχουν περάσει από τον κινηματογραφικό χώρο.
Υπάρχουν τα προφανή στοιχεία και τίποτα στην αισθητική της ταινίας δεν είναι πιο προφανές από τη φωτογραφία του Roger Deakins. Η φωτογραφία στην ουσία είναι η τέχνη του να διηγείσαι μια ιστορία με φως και σκοτάδι. Υπάρχουν φυσικά ζητήματα εστίασης και σύνθεσης, αλλά στο “No Country for Old Men” είναι κυρίως η χρήση της σκιάς, της σιλουέτας και του φωτισμού από τον Deakins, που δημιουργεί το ζητούμενο κλίμα και τη σωστή ατμόσφαιρα. Μεγάλο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται τη νύχτα, και έτσι υπάρχουν συχνά λίμνες φωτός από φακούς και άλλες πηγές που χρησιμεύουν ως στίγματα μέσα στο σκοτάδι. Ακόμα και κατά τη διάρκεια των σκηνών με φως της ημέρας, υπάρχουν βαθιές σκοτεινές σκιές που κόβουν τις σκηνές στα δύο, με ένα εξαιρετικό παράδειγμα τη σκιά ενός σύννεφου που κυλά πάνω από το αχανές τοπίο και σκεπάζει το κοπάδι των ζώων, σε μια από τις πρώτες σκηνές. Για αρκετές στιγμές, κατά τη θέαση της ταινίας, παρατηρούμε πως το φως της ηλιαχτίδας δίνει τη θέση της στο απόλυτο σκοτάδι, ειδικά σε μια σκηνή κοντά στο τέλος, όπου οι δύο εναπομείναντες χαρακτήρες βρίσκονται για πρώτη φορά στο ίδιο δωμάτιο, το οποίο στεγάζει μόνο θάνατο. Βασικά, θέλω να πω ότι πρόκειται για μια σκοτεινή ταινία, ακόμα κι όταν είναι φωτεινή.

Έστω κι αν δεν γνωρίζαμε πως πρόκειται για ταινία των Coen, κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει εύκολα εμφανές, για όσους ψάχνουν τέτοια πράγματα. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πέρα από τα πρώτα δέκα λεπτά, για μια σκηνή όπου ο Moss σέρνεται σε ένα σκοτεινό πεδίο σφαγής, με την κάμερα να «κόβει» με αυτόν ακριβώς τον τρόπο που απαιτείται για να αυξήσει την ένταση, κορυφώνοντας στη πραγματικά σοκαριστική στιγμή όταν ο Moss γυρίζει το κεφάλι του και αντικρίζει ξαφνικά τους άντρες, οι οποίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα μετατρέψουν τη ζωή του σε μια ατελείωτη καταδίωξη.
Ύστερα, υπάρχει το ηχητικό τοπίο της ταινίας. Ο ήχος είναι ουσιαστικά ένα από αυτά τα πράγματα που δεν εξηγούνται εύκολα. Ας αρκεστούμε λοιπόν στο να δώσουμε τα εύσημα στον σχεδιαστή ήχου Craig Berkey και στον ηχολήπτη Skip Lievsay -ο οποίος συνεργάζεται με τους αδελφούς Coen από εποχές “Blood Simple”- και να υποστηρίξουμε ότι ο ήχος σε αυτή την ταινία είναι πέρα από λαμπρός, γεμάτος «μικρούς θορύβους» που μεγεθύνονται κατάλληλα, όσο πλησιάζει το σκοτάδι.

Όμως, πάνω απ’ όλα, αφού πρόκειται για ταινία των αδερφών Coen, αυτό σημαίνει ότι μιλάμε πρωτίστως για την ακρίβεια του χώρου, όπου διαδραματίζεται. Η mise-en-scène των Coen ήταν πάντα μια συλλογή μικρών και απόλυτα ρεαλιστικών λεπτομερειών, που χτίζονται η μία πάνω στην άλλη, μέχρι να δημιουργηθεί ένας ολοκληρωμένος κόσμος, σχεδόν ταυτόσημος με τον δικό μας, εκτός από μερικές ιδιαιτερότητες στα πρόσωπα των χαρακτήρων και στις συμπτώσεις.
Τι άλλο να πει κανείς; Άλλοι έχουν επευφημήσει ή κατακρίνει αντίστοιχα το τέλος της ταινίας, που καταφέρνει και παραμένει απολύτως ελλειπτικό ενώ ταυτόχρονα φροντίζει να κλείσει κάθε ανοιχτό νήμα. Υπάρχουν οι ηθοποιοί, που μεταμορφώνουν την ταινία, με τις ιδιαίτερες ερμηνείες τους. Ο Bardem ειδικότερα, υποδυόμενος έναν από τους πιο τρομακτικούς κακούς του σινεμά -μια από τις πιο στοχευμένες απεικονίσεις του αρχέτυπου «ψυχοπαθής δολοφόνος»- μοιάζει περισσότερο με κάποια δύναμη της φύσης παρά με έναν ακόμα θνητό χαρακτήρα.
Πολλά λόγια έχουν ήδη ξοδευτεί για την ταινία και ακόμα περισσότερα θα ξοδευτούν, στα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Η συγκεκριμένη κατατάσσεται σε αυτή την κατηγορία ταινιών. Μια ταινία πλήρης, η οποία κάνει το σινεμά μοναδικό, όπως ακριβώς και οι προηγούμενες ταινίες που αναφέρθηκαν στο αφιέρωμα, αλλά και πολλές που θα χωρέσουν ενδεχομένως στις δικές σας πρόχειρες λίστες.
Σημείωση 1: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.
Σημείωση 2: Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Χ.Ζ.
Δημοσιεύθηκε στις 7/6/2026