ΜΠΟΜΠΙΝΑ

Το περιοδικό του Κινηματογραφικού Τομέα Π.Ο.Φ.Π.Α.
%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%b5%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%bf-%ce%bf-%ce%ba%ce%bf%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%84

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΟΜΟ: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ GIALLO [1/2]

της Francesca Massarelli

Μετάφραση: Γιώργος Βασιλόπουλος

Σχέδιο Εξωφύλλου: Ανδρέας Τσέτης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, το ιταλικό giallo γνώρισε μια ιδιόρρυθμη κορύφωση˙ ορθώθηκε ανάμεσα στο σκοτεινό, γοτθικό φαντασιακό και στο αδρό, επερχόμενο αμερικανικό slasher, χαράσσοντας ένα τοπίο βίας, επιθυμίας και αστικής παράνοιας που μοιάζει να ξεφεύγει από τη νόρμα και τις αισθητικές πινελιές της εποχής. Ο όρος giallo -η ονοματοδοσία του οποίου έγινε από τις «κίτρινες» αστυνομικές νουβέλες της εποχής- στο σινεμά μεταμορφώνεται σε ένα πολυσυλλεκτικό υβρίδιο˙ αστυνομικό μυστήριο, ψυχολογικό θρίλερ και τρόμος συνυφαίνονται, με περισσότερη προσοχή στην εμπειρία της οπτικής αναπαράστασης και όχι αποκλειστικά στην ψυχρή λύση του εγκλήματος, το οποίο εξετάζεται σε κάθε περίσταση.

Οι ταινίες αυτής της εποχής αρνούνται τη συνηθισμένη αφήγηση -μεταξύ θύτη και θύματος- καθώς φαίνεται να στήνουν γύρω από το έγκλημα έναν ολόκληρο, παράλληλο κόσμο εικόνας και ήχου. Η μουσική -εκτός του ρόλου της ως συνοδευτικό μέσο- μπορεί και να αφηγείται μια ιστορία. Ο φωτισμός χρησιμοποιείται ως μια νέα «διάλεκτος», ενώ η αρχιτεκτονική της πόλης μετατρέπεται σε σχεδόν πρωταγωνιστικό «πρόσωπο». Σε αυτό το πλουραλιστικό πλαίσιο, οι 5+1 ταινίες που συγκεντρώνουμε στο αφιέρωμα, λειτουργούν ως συμπληρωματικές όψεις του είδους -καθεμία με το δικό της ηχόχρωμα και το δικό της, ιδιαίτερο βλέμμα- και υπόσχονται να φωτίσουν τις πολλαπλές όψεις ενός κινηματογράφου που προσπαθεί να κοιτάξει πολύ βαθύτερα, γύρω από τις απόκρυφες γωνιές του ανθρώπινου μυαλού.

DEEP RED / PROFONDO ROSSO (1975) – DARIO ARGENTO

Στο Deep Red, ο Argento σέρνει το βλέμμα μας πίσω από τα μάτια ενός Βρετανού πιανίστα στη Ρώμη˙ εκείνος γίνεται μάρτυρας της δολοφονίας ενός μέντιουμ και -με την εμμονή του παρατηρητή, που αρνείται να αφήσει κάτι τόσο σοβαρό να περάσει χωρίς να του ρίξει μια δεύτερη και τρίτη ματιά- αποφασίζει να αναλάβει την έρευνα. Πείθει τον εαυτό του πως μια ίσως ασήμαντη λεπτομέρεια φαίνεται να κρύβει την ταυτότητα του δολοφόνου˙ με αυτή την πίστη ωθεί τον εαυτό του σε ένα ταξίδι, όπου ένα παλιό παιδικό τραύμα βγαίνει για ακόμα μια φορά στην επιφάνεια, γεγονός που τον τοποθετεί σε έναν ερειπωμένο χώρο και τον βυθίζει σε μια σειρά φόνων, που μοιάζουν να ξεπήδησαν από ένα βίαιο -αλλά απόλυτα ρεαλιστικό- παραμύθι.

Το φιλμ συχνά αναγνωρίζεται ως ένα από τα κορυφαία gialli, γιατί συνταιριάζει την κλασική δομή «μάρτυρας–έρευνα–αποκάλυψη» με μια έντονη αυτοσυνείδηση, γύρω από την ισχύ που μπορεί να έχει το βλέμμα˙ ο πρωταγωνιστής -όπως και εμείς οι θεατές- βασανίζεται από την αίσθηση ότι είδε κάτι, αλλά δεν κατάλαβε ή δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις κατάλληλες πληροφορίες. Σαν ένα όνειρο, το οποίο προσπαθούμε να επαναλάβουμε και να ξαναζήσουμε, όντας ξύπνιοι. Η κάμερα αιωρείται συνέχεια ανάμεσα σε «υποκειμενικές» και «αντικειμενικές» γωνίες λήψης, ενώ η πόλη αποτελεί ένα ιδιαίτερο σκηνικό, «ντυμένη» ως λαβύρινθος καθρεφτών και επιφανειών που ανακλούν θραύσματα μιας ελλιπούς –πάντοτε- πραγματικότητας.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η μουσική των Goblin˙ οι rock και progressive συνθέσεις του συγκροτήματος «σπάνε» την παραδοσιακή σύνδεση τρόμου και συμφωνικού μουσικού score, χαρίζοντας στο εν λόγω φιλμ μια μοντέρνα και «ηλεκτρική» ζωτικότητα. Η ένταση ανάμεσα στη βίαιη εικονογραφία και στην παιγνιώδη, ρυθμική χρήση της μουσικής ενισχύει την εντύπωση ότι ο Argento σχολιάζει -ή ίσως και αμφισβητεί- την ίδια τη γοητεία της κινηματογραφικής βίας, μετατρέποντας το Deep Red σε έναν στοχασμό για το πώς παρατηρούμε και προπαντός γιατί αδυνατούμε να σταματήσουμε, μετά από ένα σημείο.

THE STRANGE VICE OF MRS. WARDH / LO STRANO VIZIO DELLA SIGNORA WARDH (1971) – SERGIO MARTINO

Το The Strange Vice of Mrs. Wardh μεταφέρει το giallo σε έναν κόσμο διπλωματικών σαλονιών, κομψών διαμερισμάτων και περιπάτων στην ευρωπαϊκή μεγαλούπολη˙ έναν κόσμο όπου κάτω από την επιφανειακή, κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, απλώνεται ένα δίκτυο βίας και χειραγώγησης. Η Julie -σύζυγος διπλωμάτη- προσπαθεί να γλυτώσει από έναν παλιό εραστή με σαδιστικές τάσεις, ενώ την ίδια στιγμή η πόλη ταράζεται από έναν δολοφόνο που επιτίθεται σε γυναίκες, χρησιμοποιώντας ως όπλο ένα ξυράφι˙ η προσωπική της ιστορία μπλέκεται έτσι με έναν ευρύτερο κύκλο τρόμου και απειλής.

Ο Sergio Martino αξιοποιεί το σχήμα και τις τεχνικές του giallo, για να μιλήσει με λεπτότητα για τον φόβο και την ενοχή, στοιχεία που περιβάλλουν τη γυναικεία επιθυμία, σε μια εποχή όπου οι κοινωνικές νόρμες μπορεί να αλλάζουν, αλλά οι σχέσεις εξουσίας παραμένουν -ανεπιστρεπτί- άνισες. Η κάμερα προσκολλάται συχνά στο σώμα της Julie, καταγράφοντας ταυτόχρονα την επιθυμία και την έκθεσή της, ενώ η αφήγηση χτίζεται από διαδοχικές ανατροπές, που υποσκάπτουν τις βεβαιότητες του θεατή σχετικά με το ποιος πραγματικά θυματοποιεί ποιον.

Σε αντίθεση με την πιο «ορθολογική» διάταξη που συναντάμε σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, η ταινία δείχνει να ενδιαφέρεται λιγότερο για το γνωστό σε τέτοιες περιπτώσεις «whodunnit» και περισσότερο για την αίσθηση μιας κοινωνίας, όπου η βία κατά των γυναικών είναι διάχυτη, αποτελώντας μια σχετική κανονικότητα, πίσω από κλειστές πόρτες. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο του Martino -εκτός από άλλο ένα καλό-κουρδισμένο θρίλερ- γίνεται εν τέλη κομμάτι μιας ευρύτερης, επίμονης συζήτησης στον κινηματογράφο για την επιθυμία και την ηθική υποκρισία, θέματα που η σύγχρονη ματιά των θεατών γύρω από το giallo ανασκάπτει με ανανεωμένο ενδιαφέρον.

A BAY OF BLOOD / ECOLOGIA DEL DELITTO (1971) – MARIO BAVA

Στο A Bay of Blood, ο Mario Bava τοποθετεί την ίντριγκα σε έναν απομονωμένο κόλπο˙ η δολοφονία μιας ηλικιωμένης αριστοκράτισσας πυροδοτεί μια αλυσίδα φόνων, ανάμεσα σε συγγενείς και επίδοξους κληρονόμους. Σε αντίθεση με τις αστικές αλλά και «λαβυρινθώδεις» ιστορίες του Argento και του Martino, εδώ ο χώρος λειτουργεί σαν ένα ιδιαίτερα κλειστό σύστημα˙ μια μικρή γεωγραφική θέση, στην οποία κάθε πρόσωπο είναι ταυτόχρονα ύποπτο και εν δυνάμει θύμα, με τις σχέσεις αυτές να τροφοδοτούνται διαρκώς μεταξύ τους, ακολουθώντας σχεδόν μαθηματική ακρίβεια.

Η ταινία έμεινε στην ιστορία για τη σφοδρότητα και την εφευρετικότητα των σκηνών φόνου, που συχνά θεωρούνται προάγγελοι του αμερικανικού slasher, ειδικά ως προς την επιρροή τους στις παραγωγές των ταινιών που ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες. Όμως κάτω από την σφοδρότητα και τoν αριθμό των θανάτων, η ταινία διαπερνάται από ένα ειρωνικό -σχεδόν κυνικό- βλέμμα, σχετικά με την ανθρώπινη απληστία˙ κάθε φόνος παύει να είναι ηθική τιμωρία και αναδεικνύεται μάλλον ως ένας ακόμα κρίκος, σε μια ατελεύτητη αλυσίδα συμφερόντων.

Ο Bava, με την εμπειρία του στον γοτθικό τρόμο και την ιδιοφυή χρήση των χρωμάτων και του φωτισμού, μετατρέπει τον κεντρικό κόλπο της ιστορίας σε έναν τόπο οριακά «αφηρημένο», όπου η απόκοσμη ομορφιά του τοπίου και ο φόβος του αίματος και των φόνων συνυπάρχουν σε ένα παράδοξο -όμορφο και ταυτόχρονα αποτρόπαιο- σύμπλεγμα. Έτσι, το συγκεκριμένο φιλμ δείχνει πώς το giallo μπορεί να ξεφύγει από την ψυχολογική ανάλυση του «μοναδικού» δολοφόνου και να επιχειρήσει κάτι πιο τολμηρό˙ την εξερεύνηση μιας συλλογικής ενοχής, όπου η βία δεν εμφανίζεται ως απλή εξαίρεση αλλά ως λογική συνέπεια ενός κόσμου, ο οποίος είναι καθαρά δομημένος γύρω από την επιδίωξη της εξουσίας.

Σημείωση: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.

Δημοσιεύθηκε στις 1/2/2026

SHARE

Διαβάστε ακόμα
ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ HUNDREDS OF BEAVERS
ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ HUNDREDS OF BEAVERS
Art therapy
Art therapy
Ο Αϊζενστάιν, ο Όρσον Γουέλς, ο Γκοντάρ και η δημιουργία εντυπώσεων-εικόνων
Ο Αϊζενστάιν, ο Όρσον Γουέλς, ο Γκοντάρ και η δημιουργία εντυπώσεων-εικόνων
Το Σινεμά και η Φιλοσοφία
Το Σινεμά και η Φιλοσοφία