ΜΠΟΜΠΙΝΑ

Το περιοδικό του Κινηματογραφικού Τομέα Π.Ο.Φ.Π.Α.
%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%85%cf%80%ce%ac%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85%ce%bd-banshees-%cf%83%cf%84%ce%bf-inisherin

ΤΕΛΙΚΑ, ΥΠΑΡΧΟΥΝ BANSHEES ΣΤΟ INISHERIN ;

του Δημήτρη Λιάκου

Σχέδιο Εξωφύλλου: Ανδρέας Τσέτης

Απελπισία, μοναξιά, ματαιότητα, γέλιο. Αυτό είναι το κλίμα που χαρακτηρίζει το όμορφο και –με ιδιαίτερα ιρλανδικά στοιχεία- γραφικό Inisherin, στη νέα ταινία του Martin McDonagh. Εάν δεν την έχετε δει, κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και δείτε την. Από την άλλη, εάν την έχετε δει κάντε τη χάρη στον εαυτό σας να την ξαναδείτε. Ούτως ή άλλως, το κείμενο περιέχει spoilers.

Το Banshees of Inisherin είναι από αυτές τις ταινίες, όπου ο θεατής ενδέχεται να χρειαστεί να παρακολουθήσει ξανά και ξανά, για να την κατανοήσει πλήρως. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ασαφής ή περίπλοκη, απλώς έχει πολλές και διαφορετικές στρώσεις ανάγνωσης, οι οποίες παραμένουν – έντεχνα – κρυμμένες πίσω από την καταπληκτική φωτογραφία και το ιδιοφυές σενάριο (καθόλου fanboy). Η πρώτη θέαση για εμένα ήταν κυρίως επιφανειακή και αποσυντονίστηκα, καθώς το μόνο που σκεφτόμουν ήταν «Wow, τι πλανάρα είναι αυτή».

Η δεύτερη θέαση, αυτή τη φορά στην μεγάλη οθόνη, ήταν που ξεκαθάρισε μερικά βασικά ερωτήματα και ένωσε τα κομμάτια ενός κινηματογραφικού παζλ που είχε μείνει άλυτο, όπως:

Η ταινία αφορά τον Ιρλανδικό Εμφύλιο;

Είναι μία ανάγνωση, αλλά θεωρώ ότι είναι αρκετά επιφανειακό να θεωρούμε το συγκεκριμένο σημείο ως βασικό πυρήνα της ταινίας.

Κατά τη γνώμη μου, η συγκεκριμένη ταινία πραγματεύεται την ύπαρξη των φαντασμάτων που πλανώνται πάνω από τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνουν ένα μεγάλο -ή και ολόκληρο- μέρος του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς τους.

Ειδικότερα, φαίνεται πως αναφέρεται σε δαίμονες, αδυναμίες και στοιχειωμένες προσωπικότητες και πώς αυτά διαμορφώνουν την κοινωνική επαφή μας, με τους συνανθρώπους μας.

Οπότε, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω από την εν λόγω ανάγνωση της ταινίας, είναι πως – θεωρητικά τουλάχιστον – ο Ιρλανδικός Εμφύλιος αποτελεί ακόμα ένα φάντασμα, το οποίο στοιχειώνει το νησί, αλλά δεν φαίνεται να αντιμετωπίζεται ως η βασική πηγή έμπνευσης ή η κινητήρια δύναμη της ιστορίας, που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια των θεατών.

Γιατί Inisherin και μάλιστα το 1923;

Ακούγεται κάπως κλισέ, αλλά σε όλες τις ταινίες του McDonagh, ο χώρος λειτουργεί και ως μεγάλο κομμάτι του σεναρίου, εφόσον υπάρχει η αναφορά σε μια πόλη, σχεδόν σε κάθε τίτλο της φιλμογραφίας του (In Bruges, Three Billboards Outside Ebbing Missouri και Banshees of Inisherin). Όλα διαδραματίζονται στα στενά πλαίσια μιας μικρής πόλης-κοινότητας. Είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, το οποίο εκτός από καλλιτεχνική αξία, προσδίδει και μια διαφορετική κοινωνιολογική ανάγνωση, σε κάθε σενάριο του σκηνοθέτη. Έτσι συμβαίνει και στην περίπτωση του Inisherin. Η έλλειψη τεχνολογίας και η αδυναμία εκσυγχρονισμού, η εξωτερική απομόνωση του νησιού από την ενδοχώρα και η εσωτερική απομόνωση των κατοίκων εξαιτίας των αποστάσεων, αποτελούν ιδιαίτερα παραδείγματα της ψυχοσύνθεσης των χαρακτήρων και της κοινωνικής δομής, που παρατηρείται στους πρωταγωνιστές. Το νησί λειτουργεί σαν μια μικρή κοινωνία, με όσα κοινά μπορεί να έχει και με μια φυλακή· όλοι ξέρουν τα πάντα για όλους και όλοι σχολιάζουν. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η απουσία νεότερων ηλικιών στο καστ του Inisherin· σχεδόν όλοι οι κάτοικοι είναι μεσήλικες ή γηραιότεροι, ενώ παιδιά νεότερων ηλικιών δεν φαίνεται να υπάρχουν, με μοναδική εξαίρεση τον Dominic (Barry Keoghan).

Ο εμφύλιος, από την άλλη πλευρά, μοιάζει περισσότερο με ένα subplot που δύσκολα θα μπορούσε να αγνοηθεί, ιδιαίτερα δεδομένης της χρονολογίας που επιλέχθηκε, η οποία δεν μοιάζει τυχαία. Γιατί λοιπόν το 1923; Γιατί ακριβώς εκατό χρόνια πριν; Δεν είναι εύκολη ερώτηση. Η δική μου ανάγνωση είναι ότι η χρονιά αυτή φέρει μια διττή, σχεδόν οξύμωρη, σημασία.

Αφενός φωτίζει το πόσο διαφορετικός ήταν ο τρόπος ζωής πριν από έναν αιώνα – μια καθημερινότητα που μας φαίνεται σχεδόν αρχέγονη. Αφετέρου, αντιπαραβάλλει την ομοιότητα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης του τότε και του τώρα: παρότι – στα μάτια μας – οι εποχές μας χωρίζονται από έτη φωτός, η εσωτερική φτώχεια παραμένει ίδια. Σήμερα, όπως και στο Inisherin του 1923, οι άνθρωποι στερούνται συχνά τα συναισθήματα της χαράς, της καλής διάθεσης και της ουσιαστικής επαφής. Όπως ο Colm (Brendan Gleeson) και ο Pádraic (Colin Farrell), κάποιοι χάνουν το νόημα και βουλιάζουν στην κατάθλιψη και την απελπισία· ενώ άλλοι -αγνοώντας τη σαπίλα γύρω τους- επιλέγουν να την αποφεύγουν και να κρατούν μια απαθή ενδεχομένως – όχι απαραίτητα θλιβερή – στάση. Αλλά για πόσο ακόμη;

Pádraic και Colm. Υπάρχει καλός και κακός;

Ίσως η πιο προφανής ερώτηση-παγίδα. Εμφανώς μπορεί και να είναι παραδοσιακά καλός ο Pádraic και κακός ο Colm. Καθ’όλη την διάρκεια της ταινίας όμως, παρατηρείται μια διαρκής ρευστότητα στην προσωπικότητα των δύο κύριων χαρακτήρων. Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Pádraic -και παράλληλα εμείς μαζί του- ανακαλύπτει ότι έχει ερμηνεύσει εσφαλμένα τις έννοιες της καλοσύνης, της ευγένειας και της χαράς. Στην πραγματικότητα, ο Pádraic αισθάνεται ότι ο Colm και η Siobhán (Kerry Condon) είναι ευγενικοί μαζί του επειδή δεν τον εμποδίζουν στην χαλαρή και ανούσια καθημερινότητά του. Παράλληλα, θεωρεί τον εαυτό του χαρούμενο επειδή δεν φέρνει στην επιφάνεια προβλήματα, κακές σκέψεις και αρνητικές καταστάσεις. Σε οποιαδήποτε δυσκολία ή ενόχληση, δείχνει ένα έντονα εγωιστικό προσωπείο, το οποίο επιθυμεί τα πάντα να εξυπηρετούν τις δικές του ανάγκες, χωρίς την παραμικρή παρουσία ενσυναίσθησης και συμπάθειας για τους άλλους γύρω του. Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο Dominic: «Νόμιζα ότι εσύ είσαι διαφορετικός, αλλά είσαι σαν όλους τους άλλους». Και ο Pádraic είναι βίαιος. Βίαιος απέναντι στον Colm. Όχι σωματικά, αλλά ψυχικά. Αυτή η άρνηση να τον ακούσει, να τον καταλάβει, να τον συμπονέσει, παίρνει μια εξαιρετικά βίαιη μορφή. Όντως, αναδεικνύεται αρκετές φορές ως εγωιστής, όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι. Αλλά, εάν παρατηρήσουμε προσεκτικά την πλοκή, μέσα από τους διαλόγους και τις πράξεις του, δεν έχει ποτέ ως απώτερο σκοπό να βλάψει κάποιον. Απλώς δεν έχει μάθει να συμφιλιώνεται με τον πόνο και την δυστυχία· τουλάχιστον μέχρι την Τρίτη πράξη της ταινίας.

Ο Colm από την μεριά του βλέπει τον Pádraic όπως ο Pádraic βλέπει τον Dominic (ιδιαίτερα αστεία συνθήκη, κατά την γνώμη μου). Κουβαλάει την κατάρα της διανόησης. Υποφέρει χωρίς δημιουργία, χωρίς φιλοσοφία. Αλλά, όπως του επισημαίνει κι η Siobhán, ζει σε ένα – κατά βάση – ερημικό νησί. Τι ακριβώς περιμένει αυτός ο χαρακτήρας; Ελπίζει σε υστεροφημία, αλλά γιατί; Γιατί η ζωή του δεν έχει νόημα και σκοπό, οπότε η αναζήτηση αυτών μετατοπίζεται στην τέχνη, σε κάτι ανώτερο που τον ξεπερνάει και δεν θα περιορίζεται από την σάρκα ή τα στενά σύνορα του Inisherin. Κάπου στην πορεία, η απουσία του σκοπού γίνεται όλο και πιο βαρύ φορτίο. Φτάνει μέχρι και το σημείο να ακρωτηριάσει τα δάχτυλά του, δηλαδή το βασικό μέσο που έχει για να μοιράζεται την μουσική του. Η σωματική αυτοκαταστροφή του, με τόσο βίαιο τρόπο, ίσως και να αποτελεί μια τακτική για να σταματήσει τον Pádraic, από το να είναι βίαιος απέναντί του ψυχολογικά.

Υπάρχουν Banshees τελικά;

Ναι. Νομίζω είναι ξεκάθαρο πως ο χαρακτήρας της κυρίας McCormick (Sheila Flitton) παρουσιάζεται ως ένα banshee (φάντασμα). Ωστόσο, όπως αναφέρεται και σε έναν διάλογο ανάμεσα στον Colm και τον Pádraic (όταν ο πρώτος ανακοινώνει στον δεύτερο ότι τελείωσε το τραγούδι που έγραφε), τα banshees δεν υπάρχουν πια, τουλάχιστον όχι ως διαβολικά φαντάσματα, τα οποία προοικονομούν το θάνατο, με τα φρικαλέα τους ουρλιαχτά. Τα banshees του Inisherin είναι εσωτερικά φαντάσματα, τα οποία εξωτερικεύονται μέσω ορισμένων συμπεριφορών. Γι’ αυτό και κάθε χαρακτήρας αντιμετωπίζει την κυρία McCormick με τον δικό του, προσωπικό τρόπο. Ο Pádraic κρύβεται από αυτήν και την αποφεύγει, όπως κάνει και με τον πόνο που φαίνεται να τον ορίζει, είτε ως εξωτερικός είτε ως εσωτερικός παράγοντας, ενώ ο Colm πράττει σα να μην αντιλαμβάνεται την ύπαρξή της, καθώς είναι ο μόνος κεντρικός χαρακτήρας που δεν συνδιαλέγεται μαζί της. Η κυρία McCormick δεν υπάρχει, ακριβώς όπως και η διάθεσή του να ζήσει, της οποίας η έλλειψη τον κάνει τόσο απελπισμένο. Η Siobhán προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το φάντασμα κρατώντας όμως μια υγιή απόσταση (δεν περνάει τη λίμνη, όταν καλείται από την κυρία McCormick), όπως κάνει τελικά, με την αποχώρησή της από το νησί και αφήνοντας όλο αυτό το βάρος πίσω της. Τέλος, o Dominic είναι αυτός που θεωρεί το φάντασμα περίεργο – σαν τον εαυτό του – και εισακούει στο τελευταίο κάλεσμα.

Σημείωση 1: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.

Σημείωση 2: Η σύνταξη και κοινοποίηση του παραπάνω άρθρου πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2023.

Δημοσιεύθηκε στις 14/12/2025

SHARE

Διαβάστε ακόμα
ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ HUNDREDS OF BEAVERS
ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ HUNDREDS OF BEAVERS
The Artist
The Artist
Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι
Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι
Attenberg
Attenberg