ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ
Επιμέλεια: Άννι Ξ.
Σχέδιο Εξωφύλλου: Άννι Ξ.
Με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία του «Beachcomber», στις ελληνικές αίθουσες από την 1η Μαρτίου, ο Αριστοτέλης Μαραγκός, μας μιλά για την πρώτη του ταινία μυθοπλασίας μεγάλου μήκους.
Ξεκινώντας τις σπουδές του στην Αθήνα πάνω στην αρχιτεκτονική και συνεχίζοντας στην Αγγλία πάνω στον κινηματογράφο, ο Μαραγκός έχει δημιουργήσει πειραματικά πρότζεκτ και ταινίες μικρού μήκους, όπως τα «The Timekeepers of Eternity» και «Kafka’s Collection of Porn».
Η νέα του ταινία, εμπνευσμένη από την ποίηση του Νίκου Καββαδία, κέρδισε τον Αργυρό Αλέξανδρο Σκηνοθεσίας και το Βραβείο Φωτογραφίας για τον Γιώργο Καρβέλα στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αναδεικνύοντας τη δυναμική παρουσία του στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.
Από την αρχιτεκτονική, πώς αποφάσισες να πας προς τον κινηματογράφο;
Πώς αποφάσισα, δεν ξέρω κι εγώ. Το πτυχίο στην Αθήνα είναι τρομερό πτυχίο. Είναι τρομερή η εκπαίδευση που παίρνεις από αυτό, που δεν είναι αναγκαστικά πάντα προς την αρχιτεκτονική, αλλά σου ανοίγει τα μάτια προς διάφορες κατευθύνσεις. Εγώ δηλαδή το βρήκα τρομερή γνώση και εμπειρία να σπουδάζω αρχιτεκτονική στην Αθήνα. Και από εκεί νομίζω, ίσως προς τα τελευταία έτη, ήξερα ότι θα δοκιμάσω κάτι άλλο. Οπότε είχα ήδη αρχίσει να δουλεύω σαν animator και ετοίμαζα να κάνω μεταπτυχιακό στον κινηματογράφο. Που δεν είναι και δύσκολο, είναι πολύ συγγενή πεδία.
Επειδή αναφέρεις και το κομμάτι του animation, εμένα μου ήρθε χαρακτηριστικά και το «The Timekeepers of Eternity», που το θεωρώ καταπληκτική δουλειά, και από εκεί, γνώρισα το έργο σου. Όταν είδα στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το Beachcomber, δεν ήξερα λίγο τι να περιμένω, επειδή είχα μεγαλύτερη επαφή με το animation κομμάτι. Ήταν γενικά δύσκολη η μετάβαση από animation σε live action, όπως επίσης και από μικρού μήκους σε μεγαλύτερη κλίμακα;
Η διαφορά δεν είναι αναγκαστικά η κλίμακα. Βασικά είναι ότι δουλεύεις με συνεργείο, με ηθοποιούς, ότι δουλεύεις με μια μεγαλύτερη ομάδα, που και στο animation μπορείς να δουλεύεις με μεγαλύτερη ομάδα, απλά εγώ στο animation συνήθως δουλεύω μόνος μου. Αυτή ήταν η μεγάλη διαφορά. Αλλά η αλήθεια είναι ότι το «Beachcomber» προϋπήρχε του animation. Δηλαδή, είχαμε ξεκινήσει να το γράφουμε, οπότε σαν ιδέα υπήρχε από πολύ νωρίς. Το έχω γράψει μαζί με τη Χρυσούλα, την Κοροβέση, που ήμασταν μαζί φοιτητές στην αρχιτεκτονική. Οπότε, έχει ξεκινήσει πολύ νωρίς. Απλά όσο χρόνο παίρνει για να χρηματοδοτηθεί, ανοίγουν άλλοι δρόμοι, άλλα project. Είναι αρκετά διαφορετικό, αλλά για μένα είναι και παρόμοιο με το πώς γίνεται στις ιστορίες ή πώς μπορείς να επικοινωνήσεις κάποιες ιστορίες με το κοινό.
Επειδή η ταινία το αναφέρει κιόλας ότι σχετίζεται με ποιήματα του Καββαδία, τι σας κέντρισε το ενδιαφέρον σε αυτό το κομμάτι; Πώς γεννήθηκε η ιδέα για να ασχοληθείτε με κάτι τέτοιο;
Ο Καββαδίας έχει μια τρομερή γραφή, τόσο στα ποιήματά, όσο και στα πεζά του κείμενα. Πάντα τον είχαμε στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας. Το αρχικό έναυσμα ήρθε από ένα άρθρο για μια ομάδα άστεγων στην Πολωνία που έφτιαχναν ένα καράβι. Αυτό μας κέντρισε το ενδιαφέρον, γιατί φτιάχνεις ένα καράβι το οποίο δεν θα ταξιδέψει ή δεν το φτιάχνεις για να ταξιδέψει. Ίσως μας κέντρισε και σαν φοιτητές-αρχιτέκτονες η διαδικασία του να φτιάχνεις κάτι που δεν χτίζεται ποτέ ή η ανάγκη του να μπεις σε μια διαδικασία να κατασκευάσεις κάτι, ούτως ή άλλως. Ο Καββαδίας είναι -για κάποιον που δεν είναι ναυτικός, σαν εμένα, που δεν έχω ζήσει στη θάλασσα και στην καθημερινότητά της- η δυτική έκφραση του θαλασσινού, για τους Έλληνες. Είναι τρομερός ο τρόπος που εκφράζει τις εμπειρίες του, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά και στον τρόπο που διατυπώνει αυτές τις σκέψεις, που ήταν για εμάς τεράστια επιρροή στη γραφή, στο να βρούμε δηλαδή την ιστορία και το χαρακτήρα. Και το «Beachcomber» έρχεται, είναι κατευθείαν από τον Καββαδία. Δηλαδή, ο Καββαδίας είναι αυτός που περιγράφει τον «Beachcomber», αυτούς τους ναύτες που έχουν τρομερή αγάπη για τη θάλασσα και δεν ταξιδεύουν ποτέ.

Μου έχεις πει ότι μένεις στην Αγγλία, φαντάζομαι λόγω της φύσης του κειμένου ήταν κάτι που ήθελες να γυρίσεις στην Ελλάδα.
Ναι, σίγουρα.
Γενικότερα, τι δυσκολίες αντιμετώπισες στην προσπάθειά σου να γυρίσεις μια ταινία εδώ πέρα;
Ό,τι φαίνεται ως δυσκολία είναι παράλληλα και ευκολία, με έναν τρόπο. Προτιμώ να σκέφτομαι αυτά που έγιναν περισσότερο, εννοώ πως μέσα από τις δυσκολίες που περνάει μια ταινία, τελικά μεταμορφώνεται. Για παράδειγμα, δεν κάναμε την ταινία που είχαμε φανταστεί σε ένα σημείο, γιατί αντιμετωπίσαμε κάτι το οποίο το λύσαμε διαφορετικά. Και αυτό μεταλλάσσει την ταινία ή κάποιο χαρακτήρα ή κάποια σκηνή. Και κάθε φορά την ξανανακαλύπτεις. Και είναι, για μένα έτσι και αλλιώς, τρομερό που καταφέραμε να έχουμε αυτή την εκδοχή της ταινίας, την οποία την αγαπάω πολύ, ενώ στη διαδικασία υπήρχανε χιλιάδες εκδοχές, οι οποίες χαθήκανε για χίλιους διαφορετικούς λόγους. Οπότε, κάπως έτσι, οι τοποθεσίες καθόρισαν και τον τρόπο κινηματογράφησης.
Σίγουρα, επειδή η πλοκή είναι γύρω από την κατασκευή ενός πλοίου, που είναι μια μεγάλη χειρονομία στο τοπίο, κατά κάποιο τρόπο, σαν κατασκευή. Και ειδικά σε ένα τοπίο στο οποίο δεν ανήκει η κατασκευή του πλοίου, δεν είναι καρνάγιο δηλαδή. Ναι, τελικά το τοπίο σίγουρα καθορίζει τον τρόπο κινηματογράφησης, σε συνδυασμό με τους χαρακτήρες, σε συνδυασμό με το πώς κινείται κάτι.Δηλαδή, όσο επηρέασε το τοπίο που επιλέξαμε, τόσο επηρέασε και ο Χρήστος Πασσαλής που ερμηνεύει τον Ηλία, και με τη δική του κινησιολογία επηρεάζει το πώς τοποθετούμε τη σκηνή, το πώς περιφερόμαστε ή ακολουθούμε ή τον αφήνουμε.
Αν δεν κάνω λάθος τα γυρίσματα γίνανε στη Λέσβο.
Ναι, στη Λέσβο -στη νότια Λέσβο κυρίως- γιατί είναι πολύ μεγάλο το νησί, είναι πανέμορφο και έχει πολλές διαφορετικές ποιότητες, όπως τοπία ορεινά και άλλα κοντά στη θάλασσα. Και ήταν όλοι πολύ φιλόξενοι, η αλήθεια είναι. Η εταιρεία παραγωγής έχει έδρα στη Λέσβο, οπότε ήταν πάρα πολύ ωραία που πήγαμε εκεί και μας αγκαλιάσανε όλοι, για το ρεπεράζ και για όλα, εκτός βέβαια των προκαθορισμένων γυρισμάτων. Και θα ξεκινήσουμε και από τη Λέσβο τις προβολές, λόγω αυτού. Πρώτη του Μάρτη θα πραγματοποιηθεί στη Λέσβο η πρώτη προβολή και ουσιαστικά η πρεμιέρα στην Αθήνα είναι την επόμενη ημέρα, του ίδιου μήνα.
Φαντάζομαι και το κομμάτι της κατασκευής ήταν αρκετά απαιτητικό. Και ως προς τις πρώτες ύλες για την κατασκευή.
Η κατασκευή έγινε πάντα με τη βοήθεια από το τοπικό καρνάγιο. Είχαμε τρομερή βοήθεια και υπομονή από τους ανθρώπους που δούλευαν εκεί για εμάς -τους τελείως μη έχοντες γνώση- να υποστούν και να προσαρμοστούν σε συγκεκριμένες απαιτήσεις και ανάγκες, για την κινηματογράφηση. Ουσιαστικά, η βάση του πλοίου είναι ένα σκαρί που ήταν εγκαταλειμμένο στη Λέσβο, γιατί λόγω της μετακίνησης των προσφύγων από την Τουρκία, είναι συχνό το φαινόμενο πολλών μικρών πλοίων ή βαρκών που εγκαταλείπονται εκεί. Αυτά ουσιαστικά είναι σκουπίδια. Δεν ανήκουν σε κανέναν πια -όταν φτάνουν στον προορισμό τους- και κανένας δεν θα τα φροντίσει και κανένας δεν θα τα βγάλει από εκεί. Οπότε, εμείς το πήραμε απλά από ένα σημείο του νησιού -από τη βόρεια Λέσβο- το πήγαμε στην τοποθεσία που είχαμε διαλέξει και μετά το ανακυκλώσαμε..
Στην ταινία έχει ενδιαφέρον το κομμάτι του τόπου. Οι χαρακτήρες κινούνται συχνά σε μεταβατικούς τόπους. Αυτή η κίνηση είναι μια μορφή αναζήτησης ή περισσότερο μια αδυναμία εγκατάστασης;
Μάλλον είναι και τα δύο. Είναι και η ανάγκη για φυγή και η αδυναμία να μείνει κάποιος στάσιμος στο ίδιο. Είναι η σύγκρουση αυτών των δύο, που φέρνει αυτή την ανησυχία ενδεχομένως ή αυτή τη σύγκρουση που έχει και ο Ηλίας ως ταυτότητα του Beachcomber, προσπαθώντας μέσα σε αυτό να βρει τον εαυτό του. Είναι αυτός που φεύγει; Είναι αυτός που μένει; Είναι κάτι άλλο;
Θεωρείς στο τέλος ότι βρίσκει τον εαυτό του ή είναι κάτι το οποίο παραμένει ανοιχτό;
Δεν ξέρω. Την είδες, δεν είναι; Για μένα μάλλον δεν είναι ανοιχτό. Νομίζω ξέρω ότι τη νιώθει, αλλά αυτή είναι η δική μου αίσθηση. Ο Χρήστος που το έκανε μπορεί να έχει άλλη αίσθηση. Πολύ πιθανό. Αλλά, ναι, εσύ τι νομίζεις; Την είδες στη Θεσσαλονίκη.
Εγώ το ένιωσα κάπως σαν μία αποδοχή.
Η αλήθεια είναι ότι το πιο ενδιαφέρον στο να κάνεις κινηματογράφο, να κάνεις σινεμά, να κάνεις ταινίες, είναι ότι αυτό αλλάζει και μέσα στη διαδικασία. Τι είναι αυτό που βρίσκεις στο χαρακτήρα σου, ποιο είναι το τέλος και ποια είναι η αρχή του. Επειδή σε κάθε στάδιο, η ταινία ολοκληρώνεται και πεθαίνει ταυτόχρονα. Στο σενάριο έχεις μία ταινία, στην παραγωγή μία άλλη ταινία. Και όταν πας στο μοντάζ, ξαναβρίσκεις -από τα υλικά- την ταινία που τελικά έχεις γυρίσει. Δηλαδή αυτό αλλάζει και διαρκώς. Οπότε, αυτό που ρωτάς αποτελεί μια μεγάλη ερώτηση για εμάς, σε όλα τα στάδια. Έχει απαντηθεί με τον τρόπο που είναι στην ταινία.

Φαντάζομαι πως στην εξέλιξη του χαρακτήρα είχε συνδράμει και πάρα πολύ ο Χρήστος.
Πάρα πολύ. Ο Χρήστος ο Πασσαλής είναι και τρομερός ηθοποιός, αλλά και πολύ ικανός κινηματογραφιστής. Έχει κάνει και δικές του ταινίες ως σκηνοθέτης, έχει παίξει σε πολλές ταινίες και έχει γνώση αυτού που πάμε να κάνουμε. Και αυτό ήταν πολύ βοηθητικό για μένα, που ήταν η πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία, στο είδος της μυθοπλασίας. Και η αλήθεια είναι ότι ήταν πολύ ευγενής και πολύ ανοιχτός να δοκιμάσουμε πράγματα. Και έβλεπε και πάρα πολλά. Ήταν για μένα τιμή και χαρά να δουλέψουμε μαζί και να βρίσκουμε πράγματα στη Λέσβο.
Επίσης αυτό που ένιωσα βλέποντας την ταινία, είναι πως κάνει κάτι το οποίο είναι πολύ μεταφορικό και πολύ κυριολεκτικό ταυτόχρονα. Για να πετύχεις μια τέτοια κατάσταση, ως απόλυτη ισορροπία, μου φαίνεται αρκετά δύσκολο.
Δεν ξέρω αν το πετύχαμε, αλλά δεν μπορώ να το κρίνω εγώ πια αυτό, εννοώ. Θα δούμε τώρα και τις προβολές, που είναι για το κοινό.
Βέβαια, στη Θεσσαλονίκη υπήρχε και η βράβευση, ενώ φαίνεται ότι άρεσε γενικά η ταινία.
Ήταν πολύ όμορφα στη Θεσσαλονίκη. Ειδικά η πρώτη προβολή στο Ολύμπιον, που ήταν η μεγάλη αίθουσα και ήταν και γεμάτη, ήταν συγκινητικά όμορφα. Δηλαδή, συγκινήθηκα και εγώ με την ταινία μου, που την έχω δει και πολλές φορές. Ήταν πολύ ωραία, αλλά το φεστιβάλ είναι φεστιβάλ. Οι κανονικές αίθουσες έχουν άλλες δυναμικές. Στο εξωτερικό έχει άλλες δυναμικές. Είναι πολύ ωραίο να γνωρίζεις αυτό το διαφορετικό κοινό κάθε φορά και να βλέπεις αντιδράσεις. Αλλά παράπονο δεν έχω, ούτε έχουμε γενικότερα ως συντελεστές.
Παρατήρησες ορισμένες αντιδράσεις εκτός Ελλάδας που σου φάνηκαν ιδιαίτερες ή διαφορετικές, σε σχέση με το ελληνικό κοινό; Δηλαδή, θεωρείς ότι κάποιος στο εξωτερικό αντιλαμβάνεται αυτό που βλέπει με τον ίδιο τρόπο, όπως γίνεται πιθανότατα με κάποιον που είναι εδώ και έχει μεγαλύτερη επαφή, έχοντας ζήσει κατά κάποιο τρόπο αυτό το τοπίο;
Ο τρόπος που τελικά αποτυπώθηκε το τοπίο μέσα στην ταινία ίσως δεν είναι αναγκαστικά και το πιο συνηθισμένο ελληνικό τοπίο. Οπότε και οι Έλληνες μου λένε: «Πώς είναι αυτό στην Ελλάδα;». Δεν φαίνεται να είναι για ελληνικό νησί. Και οι ξένοι δεν το καταλαβαίνουν ως ελληνικό νησί, το οποίο ίσως το απομακρύνει. Βοηθάει λίγο αυτή την ισορροπία, ανάμεσα στο πραγματικό και στο ονειρικό άμα θες, στο λίγο πέρα από την πραγματικότητα, που φυσικά αγγίζει με υφές και στο πραγματικό. Για το εξωτερικό, νομίζω συνδυάζεται καλά με την αίσθηση του ναυτικού, που ταξιδεύει και βλέπει πράγματα και κάπως τα κουβαλάει μαζί του και τα συνδυάζει. Και τελικά, πού είναι το σπίτι του; Που δεν μπορεί να είναι κάτι το οποίο έχει μια εικονοπλασία σαν προορισμός, μια καθαρή εικονοπλασία. Δηλαδή, να ξέρουμε ότι αυτό είναι ένα ελληνικό νησί και έχει αυτές τις ποιότητες. Αρχίζει και γίνεται κάτι άλλο.
Και αυτό το προσπαθήσαμε. Είναι κάτι που κουβεντιάζαμε με τον Σταύρο Λιόκαλο και με τον φωτογράφο, τον Γιώργο τον Καρβέλα, πολύ. Ο Λιόκαλος έκανε production design, ο οποίος επίσης είναι αρχιτέκτονας. Το είχαμε συζητήσει πολύ το ποιες είναι αυτές οι ποιότητες και ειδικά όχι μόνο στο τοπίο, αλλά και στους εσωτερικούς χώρους. Τι σπίτια είναι αυτά, τι ποιότητες έχουν και τι φέρνουν για τον χαρακτήρα.

Γενικότερα, και το «Timekeepers» είναι μια διασκευή. Θα έλεγες ότι σε κεντρίζουν κάπως οι προσωπικότητες, ή όλο αυτό το κομμάτι του παίρνω κάτι και το μεταφράζω, υπό το δικό μου πρίσμα;
Σίγουρα, όχι αναγκαστικά με τη διαδικασία της μετάφρασης. Το «Timekeepers» είναι appropriation. Είναι found footage. Το έχεις βρει, το έχεις πάρει, το έχεις αλλάξει. Με ενδιαφέρει και σαν θέση αυτό. Σε ποιον ανήκουν αυτές οι δουλειές και πώς μπορούν να πάνε παραπέρα, πέρα από ότι με γοητεύουν σαν χαρακτήρες;
Ας πούμε, το διδακτορικό μου ήταν για τον Ballard. Οπότε, εμένα με ενδιαφέρει αυτό το Science Fiction, που είναι Five Minutes Late. Είναι Inner Science Fiction. Και μέσα από αυτό βγήκε το «Timekeepers», με έναν σεβασμό προς τον Stephen King. Αλλά και πάλι με έναν τρόπο ώστε να μπορώ να χρησιμοποιήσω υλικό πιο ελεύθερα.
Και το ίδιο θεωρώ ότι προσπαθώ να κάνω και με τα υπόλοιπα. Ετοιμάζεται, όπως έγινε αντίστοιχα με την περίπτωση του Κάφκα, μια σειρά επεισοδίων που είναι και άλλοι διάσημοι συγγραφείς και τις σεξουαλικές τους ιδιοτροπίες, που είναι μικρού μήκους animation.
Προτιμάς να δουλεύεις πάνω σε live action ή animation;
Το «Timekeepers» ήταν στα όρια της ψυχοθεραπείας. Ήταν πολύ επαναληπτικό και πολύ craftsmanship. Να το κάνεις ο ίδιος. Ωστόσο, υπάρχει άλλη χαρά όταν δουλεύεις με άλλους ανθρώπους και είσαι έξω. Για εμένα, όλα είναι ισότυπα στη διαδικασία του να ανακαλύψεις ιστορίες και να προσπαθείς να βρεις τον καλύτερο τρόπο να τις αφηγηθείς. Πρακτικές διαφορές υπάρχουν, αλλά χωρίς να με βάζει αυτό να προτιμώ κάτι παραπάνω από το άλλο. Ίσως έχει να κάνει και με τις φάσεις της ζωής.
Και κάτι τελευταίο, που είναι λίγο κλισέ ερώτηση, αλλά σε κάποιον ο οποίος μπορεί τώρα να ξεκινάει την πορεία του σε αυτόν τον κλάδο, με τη δική σου εμπειρία, τι θα τον συμβούλευες;
Δεν έχω συμβουλή, γιατί αντίστοιχα προσπαθώ. Δεν είναι ότι έχω βρει πως υπάρχει κάποια συγκεκριμένη λύση, πως υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος δρόμος. Άμα υπάρχει η ανάγκη -είτε προσωπική, είτε εξωτερική- για να κατασκευάσεις κάτι, να φτιάξεις κάτι, το μέσο θα το ανακαλύψεις. Απλά θέλει πολλή υπομονή και επιμονή. Εγώ τουλάχιστον μέσα από αυτούς τους όρους έχω καταφέρει να φτιάχνω πράγματα. Και μετά τα υπόλοιπα έρχονται, δεν ξέρω, ίσως είναι και τύχη, ίσως είναι και άλλα πράγματα που δεν μπορούν να βρεθούν. Ωστόσο, άμα υπάρχει ως αφετηρία η ανάγκη αυτή -δηλαδή να κατασκευάσεις κάτι- με κάποιον τρόπο θα το φτιάξεις, δεν έχει σημασία ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Θα είναι μια ταινία, θα είναι μια μεγάλου μήκους, μια μικρού μήκους, ένα animation, ένα ποίημα, ένα σενάριο που δεν φτιάχνεται ποτέ. Αν είναι να μπεις στη διαδικασία να το αποτυπώσεις, αυτό και από μόνο του αξίζει. Τώρα, σαν επάγγελμα, δεν έχω ιδέα. Εννοώ, δεν το έχω καταφέρει εγώ. Το έχω καταφέρει, αλλά δεν το έχω καταφέρει ταυτόχρονα. Και εγώ ανακαλύπτω το δρόμο μου.
Σημείωση: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.
Δημοσιεύθηκε στις 1/3/2026