ΜΠΟΜΠΙΝΑ

Το περιοδικό του Κινηματογραφικού Τομέα Π.Ο.Φ.Π.Α.
%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf-%cf%81%ce%bf%ce%bb

Η ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ

της Έλβας Πέππα

Σχέδιο Εξωφύλλου: Ανδρέας Τσέτης

Το Masterclass

Είχα την τύχη να μεγαλώσω στην επαρχία, σε μια γειτονιά που απαρτιζόταν από πολλά παιδιά διαφόρων ηλικιών. Μπορώ να πω πως χόρτασα παιχνίδι. Κάθε μέρα ανεξαιρέτως, βγαίναμε στη γειτονιά και παίζαμε μέχρι να νυχτώσει. Ανάλογα τις καιρικές συνθήκες και τα κέφια μας, το παιχνίδι άλλαζε μορφή αλλά η ουσία ήταν πάντα η ίδια. Να φτιάξουμε ένα σενάριο και μετά να το παίξουμε ζωντανεύοντας το.

Στο Masterclass του Γιάννη Οικονομίδη που πραγματοποιήθηκε στις 28 Απριλίου στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, κατάλαβα πως ο δημιουργός παραμένει ένα μεγάλο παιδί -άλλωστε ο ίδιος χαρακτήρισε το σινεμά «ένα παιχνίδι για μεγάλα παιδιά»- ο οποίος μαζί με την παρέα του μαζεύονται στη δική τους γειτονιά, γράφουν σενάρια και τα παίζουν, με εμάς να τους παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα. Τα σενάριά του είναι πυρετικά, πιάνουν τον θεατή από τα μούτρα, είναι γραμμικά χωρίς flashbacks,  έχουν γρήγορο τέμπο και δεν μακρηγορούν. Σκιαγραφούν τους ήρωές του και προοικονομούν με υποδόριο τρόπο τη συνέχεια.Άλλωστε, τα τρία πιο σημαντικά συστατικά -κατά τον σκηνοθέτη- για να ξεκινήσει κανείς να φτιάχνει μια ταινία, είναι αρχικά να έχει ένα στιβαρό σενάριο -το παρομοιάζει με αρχιτεκτονικό σχέδιο-, το οποίο θα πρέπει να στηρίζεται σε μια ιδέα «που να αξίζει να ταλαιπωρηθείς» για να την παρουσιάσεις. Πρέπει να κατέχεις αυτό που θέλεις να πεις και να μπορείς να κουμαντάρεις το σενάριό σου, σκηνοθετικά και παραγωγικά. Έχοντας αυτό ως αρχή του -και παρά την «άγνοια κινδύνου» που αναφέρει ότι είχε κατά τη διαδικασία γυρισμάτων- δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη του ταινία, το «Σπιρτόκουτο» του 2002, ήταν μια φθηνή παραγωγή, γυρισμένη μέσα σε ένα διαμέρισμα και με μικρό καστ.

Η ταινία προκάλεσε τεράστια αίσθηση, καθώς ήταν κάτι εντελώς καινούριο για τα ελληνικά δεδομένα, με την κλειστοφοβική της ατμόσφαιρα και κυρίως με τη γλώσσα «λιμανιού», που είναι ουσιαστικά η πρωταγωνίστρια σε όλες τις ταινίες του. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης αναφέρει ότι χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα «για να λερώσει τις συνειδήσεις» αυτών που βρίσκονται πίσω και μπροστά από την κάμερα, σαν πορνογραφία που προκαλεί σωματικά συμπτώματα σε όλους, συντελεστές και θεατές. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί θεατές βγαίνοντας από την αίθουσα μπλέκουν σε καυγάδες με ταίρια και φίλους και καταλήγουν να νιώθουν «ταύροι σε υαλοπωλείο». Είναι αδύνατον να παρακολουθήσεις ταινία του Γιάννη Οικονομίδη και να μην σε ταρακουνήσει. Ο ίδιος είπε ότι χρειάζεται τόλμη και αυτογνωσία, ότι δεν πρόκειται να σε αγαπήσουν όλοι, στην προσπάθειά σου να κάνεις αυτού του είδους τις ταινίες, τις οποίες ονόμασε ανθρωποκεντρικές και όχι κοινωνικές, όπως συνηθίζεται να ακούγεται. Απλά χρησιμοποιεί την ελληνική κοινωνία ως καμβά, για να «ζωγραφίσει» πάνω τις ταινίες του. Τοποθετεί πάνω της διαφορετικούς χαρακτήρες και τους αφήνει να «ταξιδέψουν». Ο ίδιος τόνισε πως όλα θα συμβούν μέσα σε ένα πλαίσιο. Διαλέγει το πλαίσιο της οικογένειας, γιατί είναι κάτι οικείο και κατανοητό σε όλους μας. Και μέσα σε αυτό, εξετάζει τις ανθρώπινες σχέσεις και τα όριά τους∙ το ξεσάλωμα και τη νοσηρότητα που γεννάει η κατάχρηση εξουσίας, κάθε μορφής. Ο σκηνοθέτης έλκεται από το «ανθρώπινο σκοτάδι», το οποίο βρίσκει ενδιαφέρον. Γυρίζει «περιπέτειες ψυχής» με κριτική αλλά όχι ηθικολογική προσέγγιση. «Θα πρέπει να περάσεις πάνω από τον θεατή», να τον ποδοπατήσεις ουσιαστικά, γιατί το σινεμά είναι επικοινωνία με το κοινό πάνω από όλα∙ είναι ένα «σωματικό και ψυχικό αλισβερίσι».

Το δεύτερο σημαντικό συστατικό είναι η παρέα. Ο Οικονομίδης αγαπά τους ηθοποιούς του. Είναι φιλαράκια του. Τους προστατεύει. Οι παραγωγοί δεν έχουν καμία σχέση μαζί τους. Έχουν να κάνουν μόνο με αυτόν. Τους σέβεται και τους πριμοδοτεί. Στις πρώτες του ταινίες έπρεπε να αποδείξει ποιος είναι. Τώρα πια, χαίρει εκτίμησης από τους συνεργάτες του, ενώ το όνομά του και μόνο είναι «συμβόλαιο» για μια καλή συνεργασία. Από τη μεριά του, ζητάει από τους ηθοποιούς του να διαθέτουν αντίληψη, εξυπνάδα και εμπιστοσύνη. Η μέθοδός του είναι να τραβάει πολλαπλές λήψεις για την ίδια σκηνή, να αλλάζει τις σκηνές ακόμα και τελευταία στιγμή, να εισάγει υπό-ιστορίες, να αφήνει τους ηθοποιούς να παρασύρονται από την ένταση της στιγμής. Τον ενδιαφέρει «να πάρει το κουκούτσι της σκηνής». Σήμα κατατεθέν των ταινιών του είναι ότι οι ηθοποιοί του επαναλαμβάνουν κάποιες φράσεις αρκετές φορές, συνήθως ανεβάζοντας την ένταση. Ο Οικονομίδης ανέφερε ότι οι περισσότερες από αυτές σκηνές είναι αυτοσχεδιαστικές, τις οποίες μετά «παντρεύεται στο μοντάζ» γιατί δεν θέλει να πετάξει κάτι. Ό,τι είναι παιγμένο με ψυχή, έχει ανθρώπινη έκφραση και μουσικότητα, επομένως έχει για αυτόν μια ξεχωριστή φιλμική αξία και δεν κόβεται. Έκανε όμως και μία παρένθεση, μετά από σχετική ερώτηση από το κοινό, για να σημειώσει πως και η σιωπή έχει τη δική της αξία, καθώς κουβαλάει τον απόηχο του παιξίματος του ηθοποιού.

Μου έκανε εντύπωση μια αναφορά του σε μια πολύ χαρακτηριστική σκηνή από τη “Σπασμένη Φλέβα” ανάμεσα στον Βασίλη Μπισμπίκη και την Μαρία Κεχαγιόγλου, όπου η δεύτερη περνάει «γενεές δεκατέσσερις» τον πρώτο, με τον γνωστό «Οικονομιδικό» τρόπο. Για να πετύχει αυτή τη σκηνή -που σημειωτέων πέτυχε με την πρώτη λήψη- έβαλε σαμαράκια μπροστά στους δύο ηθοποιούς, ώστε να μην μπορούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, τόσο για τη γεωμετρία του πλάνου –είναι σχεδόν εμμονικός με αυτό– αλλά και για να νιώσουν ακόμα πιο εγκλωβισμένοι, που δεν μπορούν να αποδώσουν τα συναισθήματά τους σωματικά, ώστε να μεγιστοποιηθεί το γλωσσικό στοιχείο. Το αποτέλεσμα είναι απλά άψογο. Σε διαπερνά ένα ρίγος βλέποντας αυτή τη σκηνή, κάτι που αντιλήφθηκε και ολόκληρο το συνεργείο που ήταν παρών εκείνη την ημέρα. Ο Οικονομίδης τράβηξε και κάποια κοντινά πλάνα από εκείνη τη σκηνή, αλλά στο μοντάζ κατάλαβε ότι ήταν τόσο αυτόνομα άψογη, που τα έκοψε και κράτησε το τελικό μονοπλάνο.

Το τρίτο συστατικό είναι το μοντάζ. Χαρακτηρίζει το σινεμά του «μονταζικό» γιατί ουσιαστικά ξαναφτιάχνει/επανεφευρίσκει τις ταινίες του στο μοντάζ. Στον “Μαχαιροβγάλτη” για παράδειγμα -την οποία και θεωρεί ως την πιο ξεχωριστή του ταινία, καθώς είναι πιο στημένη, έχει πιο ισχνό σενάριο, δίνεται έμφαση στην εικόνα και γενικά είναι μεν άλλης ταχύτητας αλλά «από το ίδιο τόπι», όπως πολύ επιτυχημένα ανέφερε ο συντονιστής του Masterclass, ο σκηνοθέτης Αργύρης Παπαδημητρόπουλος– είχε όχι μία, όχι δύο, αλλά δέκα εκδοχές μοντάζ, κάτι που τον δυσκόλεψε υπέρμετρα να φτάσει στην τελική επιλογή. Ο Οικονομίδης έκανε χιούμορ ότι οι «φετιχιστές του γυρίσματος» πιθανόν νιώθουν βαρεμάρα, βλέποντας τα απλά και κοινότυπα πλάνα που τραβάει, αλλά ότι εκείνος ξέρει ότι θα πάρει αυτό που θέλει στο μοντάζ. Μια σκηνή, είπε, μπορεί να φαίνεται φανταστική στο χαρτί, αλλά όταν της βάζεις τα λόγια και τη γυρίζεις, μπορεί απλά να μην λειτουργεί.

Ως παράδειγμα στο παραπάνω σημείο, έφερε μια σκηνή χειροδικίας στη “Ψυχή στο Στόμα” που απλά δεν μπορούσε να πετύχει όσες φορές και να τη γύρισε. Τελικά οι δύο πρωταγωνιστές αποφάσισαν να παίξουν ξύλο στα αλήθεια, προκειμένου να πετύχουν την αληθοφάνεια που απαιτούνταν. Εκείνη την ημέρα έτυχε να βρίσκεται στα γυρίσματα μια Διευθύντρια Φωτογραφίας, η οποία δεν άνηκε στη στενή ομάδα του Οικονομίδη. Βλέποντας τι εκτυλισσόταν μπροστά της, τρόμαξε και το ανέφερε στον Παραγωγό. Την επόμενη μέρα, ήρθε ο Δικηγόρος του Παραγωγού και τους έβαλε όλους να υπογράψουν ότι παίζουν στην ταινία με δική τους ευθύνη και ο Παραγωγός ουδεμία ευθύνη έχει για τυχόν ατυχήματα, που μπορεί να προκληθούν.

Κλείνοντας, ο σκηνοθέτης ανέφερε ότι δίνει μεγάλη σημασία και στο feedback που δέχεται από τον κόσμο, πριν κυκλοφορήσει η ταινία στις αίθουσες. Όταν βρίσκεται περίπου στο 95% του μοντάζ, καλεί δικούς του ανθρώπους να παρακολουθήσουν την ταινία και βγαίνοντας δεν αρκεί απλά να του πουν αν τους άρεσε αυτό που είδαν ή όχι. Τους κάνει στοχευμένες ερωτήσεις για να καταλάβει αν γίνεται κατανοητός, αν επικοινωνεί τα συναισθήματα που έχει στο μυαλό του να επικοινωνήσει. Και πολλές φορές, όπως στην περίπτωση της “Σπασμένης Φλέβας” -όπου άλλο φινάλε είχε μοντάρει αρχικά και άλλο αποτύπωσε στην τελική κόπια-, εμπιστεύεται τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους και «λερώνει τις ταινίες του» χωρίς να τον ενδιαφέρει αν θα παίξουν μόνο στα κρατικά κανάλια, όπως με χιούμορ σημείωσε.

Ο ρόλος της γυναίκας στις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη

Είδα τη “Σπασμένη Φλέβα” στον κινηματογράφο και ήταν πραγματικά πολύ σκληρή ταινία. Μου θύμισε αρχαία τραγωδία με την κάθαρση να μην έρχεται ποτέ. Συνειδητοποίησα ότι σε όλες τις ταινίες ο ήρωας είναι άντρας. Αγόρια που δεν μεγάλωσαν ποτέ. Αντροπαρέες. Λένε τα δικά τους, έχουν τους κώδικές τους. Μιλάνε για γυναίκες συνεχώς αλλά ο λόγος τους τις περισσότερες -αν όχι όλες- φορές είναι απαξιωτικός. Επιπροσθέτως, σε αυτή την ταινία ο ήρωας έχει μόνο πατέρα. Η μητέρα είναι απούσα χωρίς να γίνεται ξεκάθαρο αν πέθανε, αν έφυγε, τι της συνέβη. Και ο ήρωας είναι ψυχρός, ακόμα και απέναντι στην ίδια του την οικογένεια, δεν δένεται, δεν έχει ρίζες, δεν έχει τίποτα. Το μόνο που θέλει είναι να πετύχει τους στόχους του, χωρίς δισταγμούς και ενδοιασμούς. Το μυαλό μου έκανε τη σύνδεση. Μήπως η απουσία της μητρικής φιγούρας συνέβαλε στο να γίνει ο ήρωας αυτός που είναι; Και κάπως έτσι είδα όλες τις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη για να σημειώσω τι ρόλο παίζει η γυναίκα σε αυτές. Παραθέτω τις ταινίες του σκηνοθέτη σε χρονολογική σειρά.

Σπιρτόκουτο, 2002

Ο Γιάννης Οικονομίδης μας σύστησε στο ιδιόμορφο σύμπαν του, με αυτή την κλειστοφοβική ταινία όπου όλα διαδραματίζονται μέσα σε ένα μεσοαστικό σαλόνι, ενός διαμερίσματος στον Κορυδαλλό. Ίσως η επιλογή της περιοχής να μην είναι τυχαία, αφού το σπίτι φαντάζει σαν φυλακή για τους ανθρώπους που το κατοικούν. Τον Δημήτρη, σύζυγο και πατέρα που παλεύει να κρατήσει τον καφέ του μέσα από αντίξοες συνθήκες. Τον Λουκά, γιο που δουλεύει μαζί με τον πατέρα του κρατώντας μετά βίας τις ισορροπίες μεταξύ τους. Την Κική, κόρη που ασχολείται μόνο με τα προσωπικά της και τέλος τη Μαρία που δεν αντέχει να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με τον άντρα της.

Δεν μας γίνεται ξεκάθαρο το τι ακριβώς έχει συμβεί ανάμεσα στο ζευγάρι, υπάρχουν κάποια υπονοούμενα ότι η Μαρία τον έχει απατήσει. Το ίδιο το σπίτι αποπνέει ακαταστασία, βρωμιά, παραίτηση, αποδόμηση του θεσμού της οικογένειας. Τα πλάνα είναι κοντινά στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών φανερώνοντας όλα τα ψεγάδια του δέρματος σαν να αντανακλούν τα ψεγάδια των ψυχών τους. Η γυναίκα εκρήγνυται, αφαιρεί τα ρούχα της, αφήνει τη γύμνια της όπως και τον κατεστραμμένο γάμο της να περιφέρονται μέσα στο σπίτι που πνίγεται κυριολεκτικά στη ζέστη και τον ιδρώτα.

Η Ψυχή στο Στόμα, 2006

Εδώ κυριαρχεί το χρώμα της σέπιας, σαν να αντανακλά τη σαπίλα μέσα στην οποία ζει ο πρωταγωνιστής. Ο Τάκης είναι μεσήλικας, χωρισμένος και ξαναπαντρεμένος, όντας πλέον και νέος πατέρας. Δουλεύει σε μια βιοτεχνία με διάφορους ετερόκλητους χαρακτήρες για συναδέλφους, οι οποίοι μιλούν συνεχώς για γυναίκες σαν να είναι αντικείμενα. Ο ίδιος αισθάνεται αντικείμενο, αφού όλοι συνεχώς κάτι ζητούν από αυτόν.

Η πρώην γυναίκα του, η αδερφή του που έχει φορτωθεί την ψυχικά άρρωστη αδερφή τους, το αφεντικό του που ζητάει εξυπηρετήσεις και εκτός των αρμοδιοτήτων του, η νυν γυναίκα του που δείχνει να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τον γάμο τους και το παιδί τους, έχοντας μοναδικό της στόχο να περνάει καλά. Γενικά η εντύπωση που κυριαρχεί είναι ότι οι γυναίκες δεν έχουν καρδιά, δεν πονάνε. Αποτελούν βάρος για τη ζωή του πρωταγωνιστή, χωρίς να του προσφέρουν κάτι. Ο Τάκης ανέχεται, δεν συγκρούεται, υπομένει, περιμένει. Μέχρι που κάποια στιγμή θα πεταχτεί σαν το καπάκι από τη χύτρα ταχύτητας και θα διαπράξει έγκλημα.

Μαχαιροβγάλτης, 2010

Στην τρίτη ταινία του, ο Οικονομίδης μας συστήνει τον Νίκο, έναν άντρα κάπου στα 35-40, ρεμάλι της επαρχίας που περνάει τον χρόνο του άεργος στα καφενεία, χωρίς φιλοδοξίες. Όταν πεθαίνει ο πατέρας του, ο θείος του ο Αλέκος προσφέρεται να του βρει δουλειά και να τον φιλοξενήσει στο σπίτι του στην Αθήνα. Σύντομα ο Νίκος δεν αργεί να συνάψει σχέση με την γυναίκα του θείου του, τη Γωγώ, που σκιαγραφείται σαν μια γυναίκα χωρίς αναστολές και όρια.

Η Γωγώ πλαγιάζει και με τους δύο εναλλάξ και κάποια στιγμή μένει έγκυος χωρίς να γίνεται φανερό ποιος είναι ο πατέρας. Ο Νίκος που εποφθαλμιά τη ζωή του θείου του στο τέλος τον σκοτώνει και γίνεται έτσι ο Καίσαρας στη θέση του Καίσαρα. Παίρνει τη γυναίκα του -ίσως και το παιδί του-, το μαγαζί και το σπίτι του. Η ταινία είναι ασπρόμαυρη για να ταιριάζει με τα δύο ασπρόμαυρα σκυλιά -που είναι η μεγάλη αγάπη του Αλέκου- αλλά και με τα όνειρα του ανιψιού του, που δεν φτάνουν πέρα από το να κλέψει τη ζωή κάποιου άλλου, αφού δεν μπορεί να οραματιστεί μια δική του.

Το Μικρό Ψάρι , 2014

Στην αρτιότερη -κατά τη γνώμη μου- ταινία του, ο Οικονομίδης παρουσιάζει έναν άντρα, τον Στράτο, που ναι μεν έχει διαπράξει ένα έγκλημα τιμής αλλά οι ηθικοί του κώδικες είναι συγκεκριμένοι και απερίσπαστοι. Μένει μόνος του σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή, ενώ έχει γείτονες τη Βίκυ και τον Μάκη. Η Βίκυ είναι πόρνη και έχει μια κόρη κάπου 10 χρονών. Ο Μάκης είναι ο αδερφός της, είναι σακάτης, μένει μαζί της και βοηθάει στο μεγάλωμα της μικρής. Ο Στράτος εργάζεται σε μια βιοτεχνία σφολιάτας αλλά παράλληλα είναι πληρωμένος δολοφόνος. Η μέθοδός του είναι άμεση, χωρίς συναισθηματισμούς, καθαρή. Φαίνεται ότι δεν αντλεί ικανοποίηση από τη βία, είναι απλά ένας τρόπος βιοπορισμού.

Ο Στράτος χρωστάει χάρη στον Λεωνίδα, που τον έσωσε όταν ήταν στη φυλακή. Και κάνει τα πάντα για να του ξεπληρώσει τη χάρη αυτή. Δίνει συνεχώς χρήματα στον Γιώργο -αδερφό του Λεωνίδα- για να καταφέρουν να τον βγάλουν από τη φυλακή. Ο Γιώργος όμως θα τον εξαπατήσει. Η Βίκυ από την άλλη αποφασίζει να εκπορνεύσει την ανήλικη κόρη της στον νονό της περιοχής για 15.000 ευρώ. Ο Μάκης συνηγορεί σε αυτή της την απόφαση. Όταν ο Στράτος το μαθαίνει αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη και να μην αφήσει το κοριτσάκι να χάσει την παιδική του ηλικία. Είναι σοκαριστική η σκηνή όπου η Βίκυ χορεύει σε ένα κέντρο, γελάει και πίνει, σαν να μην πρόκειται την επόμενη κιόλας μέρα να καταστρέψει την ίδια της την κόρη. Εδώ περισσότερο νομίζω από όλες τις ταινίες η γυναίκα εμφανίζεται σκάρτη, άκαρδη, αριβίστρια, νάρκισσος.

Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς, 2020

Σε αυτή την ταινία συναντάμε πολλούς χαρακτήρες του περιθωρίου, τους οποίους συνδέει η Όλγα -πέτρα του σκανδάλου και κινητήριος δύναμη για όλο το μακελειό που βλέπουμε να διαδραματίζεται στην οθόνη μας. Η Όλγα εγκαταλείπει τον Ηρακλή, εργοστασιάρχη, για να ζήσει τον έρωτά της με τον Μάνο, πρώην τραγουδιστή και νυν ιδιοκτήτη ξενυχτάδικου. Μόνο που δεν της φτάνει αυτό και ζητάει παραπάνω. Κλέβει από τον πρώην της 1 εκατομμύριο ευρώ, επικηρύσσοντας ουσιαστικά τον εαυτό της και τον εραστή της, αφού ο Ηρακλής δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα κλεμμένα χρήματα παρά για την απιστία της συμβίας του.

Οι δύο άντρες έχουν στο πλευρό τους τις μητέρες τους. Αμφότερες ερωτευμένες με τους γιους τους, η κάθε μία με τον τρόπο της, ποτέ δεν τους άφησαν να απογαλακτιστούν και να κόψουν τον ομφάλιο λώρο. Και οι δύο αναθέτουν σε πληρωμένους δολοφόνους να ξεπαστρέψουν τους αντιπάλους. Η πόλη όμως είναι μικρή, οι δύο ομάδες γνωρίζονται μεταξύ τους και με το δέλεαρ του 1 εκατομμυρίου, δολοφονούν ο ένας τον άλλο, ενώ η Όλγα είναι η μόνη που γλιτώνει και βγαίνει ζωντανή από τη συμπλοκή, αναζητώντας στη συνέχεια καταφύγιο στη γενέτειρά της. Η απληστία στο μεγαλείο της, στα όρια της ύβρεως. Από την αρχή το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο. Νέμεσις.

Σπασμένη Φλέβα, 2025

Και φτάνουμε στην πιο πρόσφατη ταινία του Οικονομίδη όπου γνωρίζουμε τον Θωμά, έναν επιχειρηματία που έχει καταφέρει να χρωστάει παντού, σε τοκογλύφους, γνωστούς, φίλους, ακόμα και στην ίδια του την οικογένειά του. Λέει ψέματα παντού, εκμεταλλεύεται μια αρκετά μεγαλύτερή του γυναίκα για να της αποσπά χρήματα, διατηρεί επαφές με μία πρώην σχέση του, απατάει τη γυναίκα του συστηματικά. Όταν εκείνη ανακαλύπτει ότι ο άντρας της έχει υποθηκεύσει το σπίτι τους, γίνεται λέαινα. Ξεσπάει πάνω του, τον στριμώχνει. Εκείνος εκμεταλλεύεται ακόμα και την αγάπη της κόρη τους, βάζοντάς την να υπογράψει διάφορα έγγραφα υπέρ του.

Ο μόνος που φαίνεται να μην θέλει κάποια σχέση μαζί του είναι ο γιος του, ο οποίος είναι παντρεμένος με μια γυναίκα με ένα σοβαρό -καθώς φαίνεται- πρόβλημα υγείας, με το ζευγάρι να περιμένει επίσης το πρώτο τους παιδί. Πάνω στην απελπισία του και ενώ η ζωή του απειλείται από τους τοκογλύφους, ο Θωμάς κάνει συμφωνία με δύο κακοποιά στοιχεία, ιδιοκτήτες της καντίνας που πίνει τον καφέ του. Εκείνος, τους καθοδηγεί και αποφασίζουν -ως ομάδα- να διαρρήξουν το σπίτι του γιου του, ο οποίος είναι τελικά γνωστό πως έχει κρυμμένα λεφτά, στο υπόγειο. Η ληστεία θα πάει όσο στραβά μπορούσε να πάει. Οι δύο κακοποιοί -άβγαλτοι και χωρίς ψυχραιμία- σκοτώνουν τον γιο και τη νύφη του Θωμά -μαζί με το αγέννητο εγγόνι του. Η τελευταία σκηνή με τον πρωταγωνιστή να συνειδητοποιεί τι έχει συμβεί, χωρίς όμως να βλέπουμε τον θρήνο του, θα με στοιχειώνει για πολλά χρόνια.

Εν κατακλείδι, δεν ξέρω αν ο Γιάννης Οικονομίδης έχει θέμα με τις γυναίκες. Τις θεωρεί αιτία όλων των κακών του κόσμου, τις παρουσιάζει άπιστες, χωρίς ηθική, χωρίς φραγμούς, σαν να τις ωθεί το ίδιο τους το φύλο σε πράξεις άνομες, με αντάλλαγμα τη στιγμιαία ευχαρίστηση. Ως μητέρες είναι οι χειρότερες. Είτε δεν ασχολούνται με τα παιδιά τους, είτε τα κακοποιούν με όποιον τρόπο μπορούν να βρουν, είτε δεν τα αφήνουν να λειτουργήσουν αυτόνομα -ειδικά όταν πρόκειται για αγόρια. Ας μην κρυβόμαστε, αυτό το τελευταίο είναι μια μάστιγα για την ελληνική οικογένεια, που υποθάλπει μεγάλα παιδιά τα οποία ωστόσο δεν ενηλικιώνονται ποτέ. Και είναι αλήθεια ότι ο Γιάννης Οικονομίδης αντλεί τα θέματά του από την ελληνική κοινωνία, ειδικά από τα χαμηλά στρώματα, εκεί όπου σχεδόν όλοι ακροβατούν ανάμεσα στην έννομη ζωή και την παραβατικότητα. Μπαίνει μέσα σε σπίτια περιοχών όπως το Περιστέρι, τη Νίκαια, τα Σεπόλια και μας παρουσιάζει τη χειρότερη εκδοχή των ενοίκων τους. Χρωματίζει μελανά την καθημερινότητα, μέσα σε μια πόλη απρόσωπη που ευνουχίζει πρόσωπα και καρδιές. Περαστικά μας!

Σημείωση 1: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.

Σημείωση 2: Οι φωτογραφίες που παρουσιάζονται στο κείμενο, σχετικά με το Masterclass, έχουν τραβηχτεί από την Άννι Ξ.

Δημοσιεύθηκε στις 3/5/2026

SHARE

Διαβάστε ακόμα
Η Περιφρόνηση
Η Περιφρόνηση
Η αποκαλυπτική τρέλα του ποταμού: 4 ταινίες
Η αποκαλυπτική τρέλα του ποταμού: 4 ταινίες
Art therapy
Art therapy
SEARCHING FOR SUGAR MAN
SEARCHING FOR SUGAR MAN