ΜΠΟΜΠΙΝΑ

Το περιοδικό του Κινηματογραφικού Τομέα Π.Ο.Φ.Π.Α.
%ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%ce%b7%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%b5%cf%82-%cf%83%ce%b5-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%bb%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b1-1

ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΣΕ ΠΡΟΧΕΙΡΗ ΛΙΣΤΑ [1/2]

του Γιώργου Βασιλόπουλου

Σχέδιο Εξωφύλλου: Ανδρέας Τσέτης

Η κουβέντα για τις αγαπημένες μας ταινίες είναι μια από τις συχνότερες που γίνονται, τη στιγμή που γνωρίζουμε άλλους ανθρώπους, οι οποίοι είναι εξίσου παθιασμένοι με το σινεμά. Αγαπημένοι σκηνοθέτες, αγαπημένοι ηθοποιοί, αγαπημένο είδος και πάει λέγοντας, το καταλαβαίνετε το κόλπο, το έχετε ζήσει. Είμαι σίγουρος λοιπόν, ότι έχετε την πλήρη εικόνα, από την τελευταία φορά που βρεθήκατε σε μια αντίστοιχη συνθήκη.

Φαίνεται επίσης πως μια βασική μας ανάγκη είναι να κατηγοριοποιούμε ταινίες, σε ειδικά διαμορφωμένες λίστες, για τη δική μας ψυχαγωγία. Κινηματογραφικές λίστες γραμμένες στο χέρι σαν ημερολόγιο, καταχωρημένες σε ιστοσελίδες με όλα τα κομφόρ ή ακόμα διατηρητέες μέσα στην «αποθήκη» του μυαλού μας. Όλα μπορούν να θεωρηθούν ένα πρώτο «εργαλείο» για να καταλάβουμε, μεσα σ’άκρες, την αισθητική του ατόμου που έχουμε απέναντί μας.

Το μόνο πρόβλημα με τις λίστες αυτού του είδους είναι πως -κατά γενική ομολογία- είναι ιδιαίτερα «ρευστές». Εάν έγραφα το κείμενο αυτό σε διαφορετικό χρόνο, η λίστα θα είχε σίγουρα διαφορετική μορφή. Εάν πάλι σας ζητούσα να γράψετε τη δική σας πρόχειρη λίστα, εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτή θα άλλαζε από τη μια μέρα στην άλλη, ίσως και νωρίτερα. Αυτό βέβαια προσδίδει και μια «γοητεία», εφόσον κάτι τέτοιο μοιάζει περισσότερο μ’ένα κινηματογραφικό ενσταντανέ, αντί για κάτι που πρέπει να παίρνουμε de facto…

THE NIGHT OF THE HUNTER (1955)

Βρισκόμαστε στα σκοτεινά νερά του ποταμού Ohio, κατά την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, όταν δύο παιδιά -ο John και η Pearl- ξεφεύγουν από τον ψευδοπροφήτη ιερέα Harry Powell (Robert Mitchum), έναν βαθμοφόρο δολοφόνο που κυνηγά τα κλεμμένα χρήματα του πατέρα τους. Αυτή η «παραβολική» ιστορία, εμπνευσμένη από το μυθιστόρημα του David Grubb, ξετυλίγεται στη μοναδική σκηνοθετική απόπειρα του Charles Laughton, ο οποίος μέχρι τότε συμμετέχει σε άλλες σπουδαίες ταινίες, ως ηθοποιός.

Μέσα σ’αυτό το «γοτθικό» κινηματογραφικό παραμύθι, ο Laughton μας προσκαλεί να εξερευνήσουμε και να αναρωτηθούμε σχετικά με το που μπορεί να τελειώνει η πίστη και που μπορεί να αρχίζει η παράνοια.

Το voice-over του James Agee, παρουσιάζει τον Powell ως ένα αρχέτυπο. Τα χαρακτηριστικά τατουάζ στα δάχτυλα των χεριών του, τον μετατρέπουν στα μάτια μας σε ένα σύμβολο της διχασμένης ανθρώπινης φύσης. Η αφήγηση δεν φαίνεται να ακολουθεί μια αυστηρή γραμμική χρονολογική σειρά, με «ονειρικές» σεκάνς να μας μεταφέρουν μέσα στο ειδυλλιακό περιβάλλον της ταινίας.

Θεματικά, μέσα από το “The Night of the Hunter”, φαίνεται μια προσπάθεια αποδόμησης των κεντρικών προσώπων μιας θρησκευτικής διαδικασίας, όπως ακριβώς παρουσιάζεται ο χαρακτήρας του Mitchum. Μια «καρικατούρα» βιβλικής μανίας, η οποία επιχειρεί να δικαιολογήσει τις εγκληματικές της πράξεις, μέσα από ψαλμούς και προσευχές. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες που πλαισιώνουν την ιστορία, είτε πέφτουν θύματα της δύναμης του Powell είτε καταφέρνουν να εκθέσουν τα ψέματά του, λόγω της διαίσθησής τους.

Ειδική μνεία πρέπει να αποδοθεί και στο ερμηνευτικό κομμάτι των ηθοποιών. Ο Robert Mitchum, με το σχεδόν υπνωτικό του βλέμμα και μια υποδόρια απειλή να διαγράφεται διαρκώς στο πρόσωπό του, ενσαρκώνει έναν από τους πιο εμβληματικούς κακούς του πρώιμου αμερικανικού κινηματογράφου, έναν χαρακτήρα που είναι ικανός να στοιχειώνει ακόμα και τα δικά μας όνειρα. Η Shelley Winters, στον ρόλο της Willa Harper -μητέρας των δύο μικρών παιδιών- μεταμφιέζεται σε μια «τραγική» ανθρώπινη μαριονέτα, η Lillian Gish ως Rachel Cooper φέρνει μαζί της μια άλλου είδους μεγαλοπρέπεια, ενώ τα παιδικά αστέρια της εποχής, Billy Chapin και Sally Jane Bruce προσφέρουν την απαραίτητη αυθεντικότητα, μέσα από την αθώα ματιά τους.

Παρά την αρχική του αποτυχία στο box office -κυρίως εξαιτίας των παρεμβάσεων που έγιναν από το στούντιο παραγωγής- η ταινία καθιερώθηκε ως cult φαινόμενο μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Ένας ύμνος στην κινηματογραφική ποίηση, μια αξέχαστη θέαση για όσους ανθρώπους αγαπούν το σκοτάδι, πίσω από τα παραμύθια.

HIROSHIMA MON AMOUR (1959)

Σε ένα ξενοδοχείο της Χιροσίμα, μια Γαλλίδα ηθοποιός (Emmanuelle Riva) και ένας Ιάπωνας αρχιτέκτονας (Eiji Okada), μοιράζονται μια νύχτα μαζί, ως εραστές. Η συνάντησή τους, εξαιτίας μιας αντιπολεμικής ταινίας που γυρίζεται στην πόλη, ξετυλίγεται μέσα από διαλόγους και μονολόγους, για τη σημασία της μνήμης, του πολέμου και των επιπτώσεων του στις ζωές τους.

Αυτή είναι η αφετηρία της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Γάλλου σκηνοθέτη Alain Resnais, με την σπουδαία λογοτέχνη Marguerite Duras να συνδράμει στην παραγωγή ως σεναριογράφος. Μια ταινία-σταθμός της δυτικής ακτής της Nouvelle Vague, η οποία μέσα από την αφήγηση μιας ερωτικής ιστορίας, εξετάζει πολύπλοκα θέματα, όπως η φύση της μνήμης, η ψυχολογία του τραύματος στους ανθρώπους και η σημασία των σύγχρονων ιστορικών καταστροφών.

Ο ίδιος ο Resnais, προερχόμενος από τον χώρο του ντοκιμαντέρ, είχε αρχικά στο μυαλό του να παρουσιάσει τη συγκεκριμένη ταινία ως ένα σύντομο φιλμ -45 λεπτά σε συνολική διάρκεια- για τις επιπτώσεις της ρίψης της ατομικής βόμβας στην πόλη της Χιροσίμα, εκείνο το «σκοτεινό» πρωινό της 6ης Αυγούστου 1945. Ωστόσο, η αρχική αυτή ιδέα άλλαξε δραματικά, με το τελικό αποτέλεσμα να «γεννάει» μια από τις σημαντικότερες ταινίες του 20ου αιώνα.

Στα πρώτα δέκα λεπτά της ταινίας, παρατηρούμε για πρώτη φορά την εφαρμογή της ιδέας που είχε ο Resnais. Εναλλασσόμενες εικόνες μιας ερωτικής ένωσης δύο ανθρώπων και της καταστροφής της Χιροσίμα, με διαλυμένες εκτάσεις γης, πλήρως παραδομένες στη φρίκη του πολέμου. Μέσα από αυτή την τεχνική του μοντάζ, φαίνεται πως εξισώνεται η προσωπική απόλαυση με το συλλογικό δράμα. Από τη συντροφικότητα στη μοναξιά, από τη χαρά στη θλίψη και από τη ζωή στον θάνατο.

Μέρος του υλικού της ταινίας ήταν στην πραγματικότητα μια συλλογή στιγμιότυπων, από την ιαπωνική ταινία-ντοκιμαντέρ “Hiroshima”, η οποία κυκλοφόρησε το 1953 σε σκηνοθεσία του Hideo Sekigawa. Πρωταγωνιστής ήταν και πάλι ο Eiji Okada, ο οποίος δεν ήξερε να μιλάει ούτε λέξη στα γαλλικά και κάπως έτσι αναγκάστηκε να αποστηθίσει τις ατάκες του λέξη-λέξη ,για τη μεταφορά του Alain Resnais.

Θεματικά, το “Hiroshima Mon Amour” ερευνά την αδυναμία της μνήμης, στη διαδικασία της «θεραπείας». Η Duras, με τον λιτό αλλά ταυτόχρονα ποιητικό της λόγο, προσπαθεί να θέσει το ερώτημα σχετικά με το πόσο εύκολα μπορεί κανείς να θυμηθεί, χωρίς να υποφέρει. Μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών, παρατηρούμε και πάλι την γενικότερη αντίδραση των δύο «διαφορετικών» κόσμων, γύρω από τη φρίκη του πολέμου. Το «πρόσωπο» της Ιαπωνίας θα συνεχίσει να θυμάται την επίδραση της ατομικής βόμβας στον ψυχισμό της, ενώ το «πρόσωπο» της Ευρώπης θα συνεχίσει να αποφεύγει με κάθε δυνατό τρόπο την κριτική, για τα εγκλήματα που έχει διαπράξει.

Για τη σύγχρονη εποχή, καθώς φαίνεται πως η μνήμη των ανθρώπων «ψηφιοποιείται» και ξεθωριάζει όλο και πιο εύκολα, με το πέρασμα του χρόνου, το “Hiroshima Mon Amour” έχει την ισχύ να μας υπενθυμίζει συνεχώς πως «το να θυμάσαι, σημαίνει να είσαι».

PSYCHO (1960)

Μια καλοντυμένη «λιποτάκτης», η Marion Crane (Janet Leigh), κλέβει 40.000 δολάρια από το αφεντικό της και φεύγει από το Φοίνιξ της Αριζόνα. Σε μια βροχερή νύχτα, καταλήγει στο Bates Motel, όπου ο ιδιοκτήτης Norman Bates (Anthony Perkins) και η οικογένειά του κρύβουν σκοτεινά μυστικά. Αυτή είναι μια μικρή εισαγωγή για την ταινία “Psycho“, του Alfred Hitchcock, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί «σταθμό» στο είδος του κινηματογραφικού τρόμου, αλλάζοντας για πάντα την οπτική των θεατών, γύρω από τον συγκεκριμένο τομέα.

Η ιστορία ξετυλίγεται σαν μια καθημερινή τραγωδία. Η Marion, πιεσμένη από έναν εφήμερο έρωτα και οικονομικές δυσκολίες, παίρνει τη μοιραία απόφαση που αλλάζει τα πάντα. Στο μοτέλ, γνωρίζει τον ευγενικό αλλά παράξενο Norman, έναν μοναχικό άντρα που ζει με τη μητέρα του. Από εκεί, η πλοκή στρίβει απότομα· ένας φόνος που σοκάρει, μια έρευνα από την αδερφή της Marion, Lila (Vera Miles), ένας εμβόλιμος ντετέκτιβ, καθώς και αποκαλύψεις που είναι τελικά ικανές να σου γυρίσουν το στομάχι ανάποδα. Ο Hitchcock παίζει έντονα με τη φόρμα και με τις προσδοκίες· σκεφτόμαστε πως μπορούμε σιγά-σιγά να σκιαγραφήσουμε την πλοκή της ιστορίας, αλλά εκείνος την ανατρέπει, αφήνοντας τους πάντες σε κατάσταση πανικού.

Τα συναισθήματα που προκαλεί είναι πρωτόγνωρα. Για να δουλέψει καλύτερα αυτή η συνθήκη, θα πρέπει να σκεφτούμε τους θεατές του 1960· είναι εκείνοι που μπαίνουν ίσως στην αίθουσα χαλαροί, περιμένοντας άλλο ένα κλασικό θρίλερ. Ξαφνικά, η σκηνή στο ντους –καταλαβαίνετε για ποια μιλάμε– τους χτυπά σαν κεραυνός. Φωνές, κραυγές, ένα μαχαίρι που κατεβαίνει ξανά και ξανά, με απίστευτη ορμή. Ο κόσμος θα πεταγόταν από τις θέσεις του, ουρλιάζοντας, με κάποιους ενδεχομένως να εγκαταλείπουν μια και καλή την αίθουσα. Πέρα από τη συνθήκη του φόνου, ολόκληρη η σεκάνς αποτελεί ίσως και μια εισβολή στο «απόρρητο», μια παραβίαση της ασφάλειας του σπιτιού και της ιδιωτικότητας. Μετά, η αγωνία εξακολουθεί να χτίζεται αργά· ίσως να νιώθουμε συμπόνια για τον Norman, φόβο για τα μυστικά του και μια βαθιά ανησυχία για το τι μπορεί να κρύβεται τελικά πίσω από φιλικά πρόσωπα, της δικής μας ζωής.

Η συγκεκριμένη ταινία έκανε επανάσταση στο είδος του τρόμου. Πριν το “Psycho“, οι περισσότερες ταινίες τρόμου μπορεί να είχαν παραμορφωμένα τέρατα ή υπερφυσικά όντα. Εδώ, ο εχθρός είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, το ίδιο του το μυαλό. Χάρη σε αυτή την ταινία, οι σκηνοθέτες που ακολούθησαν έμαθαν να παίζουν με το μυαλό μας, να χτίζουν ένταση με απλά εργαλεία και να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, με πιο άμεσο τρόπο. Ο Bernard Herrmann με τα βιολιά του -κι εκείνη τη χαρακτηριστική εισαγωγή- έγινε το ιδανικό πρόσωπο για να αποδώσει τον «ήχο της φρίκης».

Για ακόμα μια φορά σε αυτό το πρώτο μέρος του αφιερώματος, οι ερμηνείες βαθαίνουν τον τρόμο. Η Janet Leigh είναι η τραγική ηρωίδα, ο Anthony Perkins ο ευάλωτος αλλά συνάμα τρομακτικός νεαρός, το χαμόγελό του οποίου συνεχίζει να στοιχειώνει κόσμο. Η Vera Miles φέρνει την αποφασιστικότητα στο παιχνίδι της έρευνας, ενώ ο John Gavin και ο Martin Balsam συμπληρώνουν το τρομερό αυτό cast, με τη χαρακτηριστική φυσιογνωμία τους.

Ορισμένες φορές, μια ταινία είναι ο καθρέφτης των σκοτεινών μας πλευρών. Σε κάνει να κλειδώνεις την τελευταία πόρτα που έκλεισες πίσω σου, αλλά να μη σταματάς ποτέ να ελέγχεις για πιθανές κρυμμένες παγίδες. Αυτή λοιπόν είναι και η μαγεία της ταινίας του Alfred Hitchcock, η οποία διαχωρίζει ένα ολόκληρο είδος, σε προ-Psycho και μετά-Psycho εποχή, για τον κινηματογράφο τρόμου.

Σημείωση 1: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.

Σημείωση 2: Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Χ.Ζ.

Δημοσιεύθηκε στις 31/5/2026

SHARE

Διαβάστε ακόμα
The Artist
The Artist
Sweet Movie
Sweet Movie
Είναι ροζ παλαβός της παράνοιας αρχηγός
Είναι ροζ παλαβός της παράνοιας αρχηγός
ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΓΥΡΙΖΕΙ… ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ LOLA RENNT
ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΓΥΡΙΖΕΙ… ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ LOLA RENNT