ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ JIM JARMUSCH [2/2] – STRANGER THAN PARADISE
της Δέσποινας Καγκαρά (Δεκάρα Τσακιστή)
Σχέδιο Εξωφύλλου: Ανδρέας Τσέτης
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ)
Έτος: 1984
Διάρκεια: 89 Λεπτά (1 Ώρα και 29 λεπτά)
Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch
Εμφανίζονται: John Lurie, Eszter Balint, Richard Edson, Cecillia Stark κ.α.
Ο Γουίλι (John Lurie), ένας νέος άνδρας που ζει χρόνια στην Αμερική, έχει ελάχιστες επαφές με την οικογένειά του – η οποία βρίσκεται στην Ουγγαρία, τη γενέτειρά του. Όταν καλείται να φιλοξενήσει προσωρινά την ξαδέρφη του Εύα (Eszter Balint), που καταφθάνει στη Νέα Υόρκη, αρχικά δυσφορεί˙ όμως σταδιακά αυτή η μικρή αλλαγή αρχίζει να τον διασκεδάζει και να τον ευχαριστεί. Μαζί και με τον φίλο του Έντι (Richard Edson), τα τρία αυτά πρόσωπα διαμορφώνουν μία νέα, μικρή καθημερινότητα, η οποία ωστόσο δεν διαρκεί περισσότερο από μερικές ημέρες.

Έναν χρόνο αργότερα, η Εύα έχει εγκατασταθεί σε μία θεία της οικογένειας, την οποία υποδύεται η Cecillia Stark – στη μοναδική της εμφάνιση μπροστά στο φακό, μερικούς μήνες πριν το θάνατό της – στο Cleveland. Οι δύο φίλοι την επισκέπτονται κάποια στιγμή και αποφασίζουν να την πάρουν μαζί τους για ένα μικρό road trip. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συμβαίνουν διάφορα απρόοπτα· με τους τρεις ταξιδιώτες τελικά να χωρίζονται και ο Γουίλι, εξαιτίας μιας παρεξήγησης, επιβιβάζεται σε ένα αεροπλάνο με προορισμό την Ουγγαρία – τόπο που εξακολουθούσε να αποφεύγει συστηματικά τόσα χρόνια.
Από την εξέλιξη της πλοκής και τη συμπεριφορά των χαρακτήρων, καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, προκύπτει ένα σαφές συμπέρασμα: η έννοια του σκοπού – και ειδικότερα τουσκοπού της ζωής – φαίνεται να απουσιάζει από το λεξιλόγιο των πρωταγωνιστών, καθώς κινούνται σχεδόν όπου τους πάει ο άνεμος. Ο Γουίλι, ο Έντι και η Εύα αντιμετωπίζουν μια ρουτίνα ελάχιστα δεσμευτική και, επομένως, εύκολα αναστρέψιμη.
Ακόμα κι έτσι, όμως, οι τρεις τους δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τον μέσο θεατή που τους παρακολουθεί. H τάση του Jarmusch να απομυθοποιεί και να εξανθρωπίζει χαρακτήρες που προέρχονται από κόσμους πέρα από το «συνηθισμένο» είναι εμφανής και εδώ, όπως και σε άλλες ταινίες του. Έτσι, ενώ στο Coffee and Cigarettes (2003) απεικονίζεται ο κόσμος τουθεάματος, στο Stranger than Paradise βρισκόμαστε στον κόσμο του περιθωρίου: ο Γουίλι και ο Έντι δεν έχουν σταθερή δουλειά, κάτι το οποίο τους ωθεί να εξασφαλίζουν το εισόδημά τους από μικροκομπίνες και στοιχήματα. Παρ’ ότι κινούνται περιθωριακά, οι δύο φίλοι σε καμία περίπτωση δεν παρουσιάζονται ως «ματσό» τύποι ή λιγότερο δειλοί από οποιονδήποτε άλλον, κάτι που ίσως θα περιμέναμε. Βέβαια, αυτό πιθανότατα οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για μικρό απατεώνες. Το ενδιαφέρον και η προσπάθεια του σκηνοθέτη, πάντως, να φέρνει στο προσκήνιο όλα εκείνα τα τραγελαφικά στοιχεία της ζωής που μας μεταμορφώνουν σε απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξηςκαι κοινωνικών στερεοτύπων, είναι σαφές.

Συνεχίζοντας, όπως συχνά συμβαίνει στις ταινίες του Jarmusch, έτσι και εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία ταινία η οποία δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη αγωνία. Την έλλειψη αυτή καλύπτει, όμως, αναμφισβήτητα η σκηνοθετική μαεστρία. Πιο συγκεκριμένα, ο πειραματισμός με τις διάφορες γωνίες λήψης είναι χαρακτηριστικός – σε πολλές σκηνές, ο φακός τοποθετείται διαγώνια ή σε πολύ χαμηλές και υψηλές γωνίες αντίστοιχα, δημιουργώντας έντονη περιέργεια και εξασφαλίζοντας ποικιλία στο τεχνικό κομμάτι – ενώ η επιλογή του ασπρόμαυρου αποπνέει ένα μάλλον cult ύφος.
Φυσικά, δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε και τη μουσική στο Stranger than Paradise, όπου εξέχουσα θέση κατέχει το τραγούδι I Put a Spell on You. Το κομμάτι όχι μόνο ακούγεται συχνά στην ταινία, αλλά εντάσσεται ενεργά και στη σκηνοθετική δομή: σε μία από τις πρώτες σκηνές, η Εύα βάζει στο τρανζίστορ της το συγκεκριμένο τραγούδι, ως ηχητική συνοδεία, καθώς περπατά για πρώτη φορά στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Το τραγούδι, λοιπόν, δεν λειτουργείως απλό ηχητικό «χαλί» αλλά ακούγεται μέσα στην ίδια την αφήγηση, δημιουργώντας νέες οπτικές στην αξιοποίηση της μουσικής υπόκρουσης. Ταυτόχρονα, εγείρεται ένα παιχνίδι αλλαγής ρόλων: ο χαρακτήρας αναλαμβάνει χρέη σκηνοθέτη, καθορίζοντας πότε και πως θα παιχτεί η μουσική στη σκηνή.
Είναι προφανές πως σε μία τέτοια ταινία δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι -έμμεσες- αναφορές στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως αυτή φαίνεται να προσεγγίζεται από τον Jarmusch. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της ταινίας, υποβόσκουν σχόλια για τη σχέση των ανθρώπων με την καταγωγή τους˙ για κάποιους, όπως ο Γουίλι, σχέση αγάπης-μίσους˙ πρωτίστως, όμως εξετάζεται μια παλινδρομική σχέση. Η επιθυμία του πρωταγωνιστή να ξαναδεί την ξαδέρφη που αρχικά δεν ήθελε καν να φιλοξενήσει, καθώς και η ακούσια επιβίβαση του στην πτήση προς Ουγγαρία στο τέλος της ταινίας, αναδεικνύουν το αναπόφευκτο φαινόμενο της διαρκούς «αναμέτρησης» του ανθρώπου, με το ίδιο του το παρελθόν.
Παράλληλα, η ευκολία με την οποία μερικές φορές οι άνθρωποι χάνουν ο ένας τον άλλον αλλά και ξανά συνδέονται φαίνεται να αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το Stranger than Paradise. Οι σχέσεις και η σύνδεση των πρωταγωνιστών αναπτύσσονται σε διαφορετικά επίπεδα και με διαφορετική χρονική διάρκεια: ο Γουίλι, η Εύα και ο Έντι διασταυρώνονται για λίγο στην αρχή της ταινίας, αλλά αυτό δε τους εμποδίζει από το να χρειαστεί να περάσει ένα ακόμα έτος, για να ξαναβρεθούν. Από την άλλη, ο Γουίλιέρχεται σε επαφή με μία θεία του, μετά από μια ολόκληρη δεκαετία, ενώ η Εύα απομακρύνεται τελικά από την ίδια θεία, παρά το γεγονός ότι είχε μείνει μαζί της για αρκετό καιρό – και ούτω καθεξής… Στο τέλος, άλλωστε, όλοι ουσιαστικά απομακρύνονται μεταξύ τους. Το πότε – και αν – οι χαρακτήρες της ταινίας θα ξανασυναντηθούν παραμένει «ανοιχτό», όπως συνηθίζεται άλλωστε με τους αποχωρισμούς στην καθημερινή ζωή…
Σημείωση: Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι καθαρά για ενημερωτικούς σκοπούς, ενώ τα δικαιώματά τους ανήκουν αποκλειστικά στους νόμιμους δημιουργούς τους.
Δημοσιεύθηκε στις 7/12/2025