Τα επίπεδα κινηματογραφικής πραγματικότητας στο Real Life του Albert Brooks
του Κωνσταντίνου Κόντη
Πριν την άνοδο των Reality shows, πριν το είδος του ψευτο-ντοκιμαντέρ εκτοξευτεί με ταινίες όπως το This is Spinal Tap ή με σειρές σαν το The Office, υπήρχε ένας υποτιμημένος (αν και γνωστός) κωμικός, με έναν νευρωτισμό αντάξιο του Woody Allen, ο οποίος είχε την φαεινή ιδέα να κάνει μια ταινία για κάτι που όλοι αναζητούν και ταυτόχρονα όλοι αποφεύγουν: την πραγματικότητα. Το όνομα αυτού του κωμικού ήταν Albert Brooks, ο οποίος είχε κάνει αξιομνημόνευτα περάσματα από το Saturday Night Live, αλλά και από το Taxi Driver του Scorsese. Στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα μεγάλου μήκους όμως, το 1979, ο Brooks θα σπάσει τις συμβάσεις που θα περίμενε κανείς από ένα ντεμπούτο κωμικού, ενώ ταυτόχρονα θα παραμείνει πιστός σε αυτές, και θα μας δώσει μια ταινία-σχόλιο για την πραγματικότητα και το θέαμα, όπου τα δύο αυτά στοιχεία εμπεριέχονται το ένα μέσα στο άλλο σαν μπαμπούσκα.
Ήδη από τον τίτλο γίνεται φανερός ο σκοπός του Brooks: Real Life. Στην αρχή της ταινίας, ο Brooks (ο οποίος, όπως σε όλες τις ταινίες του, πρωταγωνιστεί ο ίδιος) βρίσκεται μπροστά σε ένα κοινό στο Phoenix της Arizona και τούς παρουσιάζει τον σκοπό του, να μαζέψει δηλαδή μια οικογένεια, τους Yeagers, να εφοδιαστεί με κάμερες και επί έναν χρόνο να τους βιντεοσκοπεί (και όχι να τους σκηνοθετεί) στην καθημερινότητά τους, στην «πραγματική τους ζωή». Στο Real Life όμως δεν βλέπουμε μόνο την καθημερινότητα της οικογένειας, αλλά και αυτήν του συνεργείου που την τραβάει, ηγέτης του οποίου είναι ο ίδιος ο Brooks. Παρακολουθούμε δηλαδή ένα συνεργείο να βιντεοσκοπεί μια οικογένεια, και όλα αυτά να βιντεοσκοπούνται από το πραγματικό συνεργείο της ταινίας που βλέπουμε! Μπερδευτικό; Ναι, ας μείνουμε όμως λίγο στην πλοκή του Real Life και ας επιστρέψουμε σε λίγο να εξετάσουμε τα επίπεδα αυτά.
Ο Brooks λοιπόν (μέσα στην ταινία) θα βάλει ως σκοπό να βρει μια κατάλληλη οικογένεια να κινηματογραφήσει, δηλαδή μία αντιπροσωπευτική του κλασικού αμερικανικού νοικοκυριού. Μέσα από πολλαπλά τεστ (που θυμίζουν στιγμές από το Sleeper του Woody Allen), διενεργημένα από το National Institute of Human Behavior, ένα ψυχολογικό ίδρυμα ύψιστου κύρους, θα καταλήξει σε δύο πανομοιότυπες οικογένειες, μία από το Wisconsin και μία από την Arizona. Τελικά, θα διαλέξει την δεύτερη, τους Yeagers γιατί, όπως μάς λέει κοιτώντας την κάμερα “you spend the winter in Wisconsin!”. Μετά από τις προπαρασκευαστικές τους διακοπές, οι Yeagers θα επιστρέψουν στο σπίτι τους στην Αριζόνα όπου θα βρουν… το χάος: έναν Albert Brooks έτοιμο να κινηματογραφήσει την πραγματικότητα, στο πλευρό του δύο σκεπτικοί ψυχολόγοι και ένα συνεργείο με περίεργες ιαπωνικές κάμερες τύπου αστροναύτη. Τα πράγματα όμως γρήγορα θα πάρουν περίεργη τροπή: ο σύζυγος θα φέρεται διαφορετικά μπροστά στις κάμερες, η γυναίκα του θα αποξενωθεί και θα φύγει, ο Brooks θα εισβάλλει τακτικά στη ζωή της οικογένειας, απαιτώντας συναρπαστικά πλάνα, το ινστιτούτο θα επιμένει πως αυτό που συμβαίνει δεν είναι επιστήμη, ενώ ο παραγωγός της ταινίας -παλιά καραβάνα του Hollywood- θα απαιτεί μεγάλους σταρ όπως ο James Caan να παίξουν στο φιλμ, γιατί κανείς δεν θέλει να δει μια ταινία για την πραγματική ζωή. Το όραμα φιλμικής ανθρωπολογίας του Brooks θα καταλήξει στάχτη (κυριολεκτικά), καταποντισμένο από το ίδιο το βάρος του εγχειρήματός του και του απροσπέλαστου θέματός του, της πραγματικότητας.
Επίπεδα Κινηματογραφικής Πραγματικότητας
“Nothing can hurt it. That’s the beauty part of this film. It is what it is. It’s like a movie in a movie, in a movie, in a movie”.
Με αυτά τα λόγια ο Brooks θα προσπαθήσει να παρηγορήσει την «πρωταγωνίστριά» του, να τονίσει την ντοκιμαντερίστικη φύση της ταινίας που προσπαθεί να φτιάξει και να δείξει τις διαπλεκόμενες πραγματικότητές της.
Πραγματικότητα 1: Η ίδια η ταινία “Real Life”
Πρόκειται για την πραγματικότητά μας, ως θεατών της ταινίας Real Life, ως το τελικό προϊόν που βρίσκεται στην οθόνη μας. Είναι η πραγματικότητα που βρίσκεται δηλαδή σε κάθε ταινία που βλέπουμε, η πραγματικότητα που γύρισε το πραγματικό συνεργείο της ταινίας.
Πραγματικότητα 2: Το γύρισμα του ντοκιμαντέρ που προσπαθεί να γυρίσει o Brooks
Εδώ βλέπουμε τις προσπάθειες του ψεύτικου συνεργείου να γυρίσει το ντοκιμαντέρ για την οικογένεια. Συμπεριλαμβάνονται οι προσπάθειες του Brooks να «πιάσει» τα καλά στιγμιότυπα, όπως την εγχείρηση ενός αλόγου από τον πατέρα, κλπ. Είναι η προσπάθεια διαμόρφωσης του τελικού προϊόντος.
Πραγματικότητα 3: Το τελικό ντοκιμαντέρ, το υλικό του ψεύτικου συνεργείου
Είναι το τελικό στάδιο, το υλικό που τράβηξε το ψεύτικο συνεργείο, αυτό το οποίο ήταν ο σκοπός του, δηλαδή η καθημερινότητα της οικογένειας Yeager.
Επομένως, εμείς ως θεατές βλέπουμε μια ταινία, το Real Life, την οποία γύρισε ένα πραγματικό συνεργείο, το οποίο κινηματογραφεί ένα ψεύτικο συνεργείο να κινηματογραφεί την καθημερινότητα της οικογένειας Yeager. Μια ταινία μέσα σε μια ταινία, μέσα σε μια ταινία. Μια ρώσικη κούκλα πραγματικοτήτων, όπου διαφορετικές ματιές διασταυρώνονται, προσπαθώντας να κινηματογραφήσουν το αληθινό μέσα από το ψεύτικο. Φυσικά, αυτό είχε κάπως ξαναγίνει στο παρελθόν: στον Άνθρωπο με την Κινηματογραφική Μηχανή ο Dziga Vertov παίζει την ταινία του στο κοινό, το οποίο κινηματογραφεί. Στο F for Fake, ο Welles θα κάνει ένα πανέξυπνο σχόλιο πάνω στο τί είναι αληθινό και όχι, στο πώς μπορείς να ξεγελάσεις το κοινό για την πραγματικότητα που βλέπει. Αλλά στο Real Life o Brooks θα δανειστεί όλα αυτά και θα τα δέσει με το κωμικό στοιχείο για να κάνει ένα απόλυτο ψευδοντοκιμαντέρ που ενέπνευσε πολλά άλλα: This is Spinal Tap, What We Do in the Shadows, The Office, I’m Still Here, κλπ. Και εντάσσεται σε μια παράδοση ταινιών πάνω στο γύρισμα ταινίας: Η Περιφρόνηση, Day for Night, αργότερα Η Κατάσταση των Πραγμάτων του Wenders, το Living in Oblivion, The Truman Show κ.α.
Το μαγικό στο Real Life είναι ότι καταφέρνει να κάνει ένα σαρδόνιο, νευρωτικά αστείο σχόλιο πάνω στην ίδια τη φύση του θεάματος και της πραγματικότητας, προμηνύοντας τα ριάλιτι σόους: είναι όντως η πραγματικότητα αυτό που θέλουμε να δούμε ή -έχοντας περάσει για τα καλά στην κατά Debord κοινωνία του θεάματος- προτιμούμε να δούμε μια πραγματικότητα θεαματικοποιημένη; Αυτή η σύγκρουση φαίνεται μεταξύ των επιστημόνων και των παραγωγών στην ταινία του Brooks: οι μεν θέλουν να χορηγήσουν τεστ, να δουν τις πραγματικές ενδείξεις της οικογένειας Yeager και προειδοποιούν τον Brooks πως επιδρά μεροληπτικά στην πραγματικότητα που θέλει να κινηματογραφήσει, ενώ ο δε παραγωγός θέλει μεγάλους σταρ στην ταινία, προειδοποιεί πως κανείς δεν θέλει να δει την πραγματικότητα, όπως κανείς δεν θέλει να δει τις ειδήσεις.
Η μεγαλύτερη όμως αντίθεση (και διαπλοκή) θεάματος-πραγματικότητας βρίσκεται στις ίδιες τις μπερδεμένες, νευρωτικές ανασφάλειες του Brooks (και του χαρακτήρα στην ταινία και του πραγματικού σκηνοθέτη του Real Life) ως προς το τι θέλει να κάνει. Μέχρι τα μέσα της ταινίας είναι ταγμένος σε μια οπτική ανθρωπολογία, να κινηματογραφήσει δηλαδή την ίδια την ζωή, την ίδια την καθημερινότητα. Προς το τέλος, βλέποντας αυτήν την πραγματικότητα να καταρρέει μεταφέρεται στην αντίθετη θέση (που ίσως υποδόρια να την είχε εξαρχής): ότι κάτι πρέπει να «γίνεται», πρέπει να υπάρχει θέαμα, η πραγματικότητα μόνη της είναι βαρετή.
Αλλά εκτός από βαρετή, η πραγματικότητα είναι και απρόσιτη. Η οικογένεια Yeager κάτω από το βλέμμα της κάμερας θα αλλάξει συμπεριφορά, ο πατέρας θα το παίξει ευγενικός, η κόρη θα ζητήσει να τραβήξουνε το φόρεμά της και όλοι μαζί θα αποξενωθούν σε σημείο παραίτησης. Όταν η πραγματικότητα παρατηρείται θα γίνει υποκειμενικότητα στο βλέμμα του παρατηρητή, θα αλλάξει για να ταιριάξει σε αυτό το βλέμμα. Τα σημαίνοντα του Συμβολικού, για να θυμηθούμε τον Λακάν, δεν θα μπορέσουν να διαπεράσουν το άφατο του Πραγματικού, θα σταθούν στην άκρη του, θα το «δείξουν» κατά τον Βιτγκενστάιν, αλλά δεν θα το «πουν». Και ο Albert Brooks θα σταθεί σε αυτήν την άκρη μεταξύ αληθινού και ψεύτικου, πραγματικότητας και θεάματος, Πραγματικού και Συμβολικού, ντοκιμαντέρ και ταινίας, και μέσα στις ναρκισσιστικές, νευρωτικές του ανασφάλειες θα μας κλείσει ειρωνικά το μάτι, θυμίζοντάς μας πως η πραγματικότητα είναι κάτι που πάντα θα μας ξεφεύγει.
Υ.Γ. Ο Brooks συνέχισε τις γουντιαλενικές του κωμωδίες με το εκπληκτικό Modern Romance, μια ρομαντική κομεντί με θέμα τις ζηλότυπες ερωτικές ανασφάλειες, και με το Lost in America, ένα σχόλιο πάνω στο αδιέξοδο της μοντέρνας ζωής αλλά και στο πόσο δύσκολο είναι να ξεφύγεις από αυτήν. Μαζί με άλλες ταινίες και με αποκορύφωμα την πολύ καλή του ερμηνεία (σε κόντρα ρόλο) στο Drive του Nicholas Winding Refn, πρόκειται για μια αξιόλογη καριέρα που ποτέ δεν έλαβε την αναγνώριση που της αναλογεί. Αξίζει να της δώσετε μια ευκαιρία.
Δημοσιεύθηκε στις 19/6/2022



